PABLO NERUDA
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ
Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι στὴν ἀναγκαία κορδιγιέρα,
κάτω ἀπ’ τὸ ἑφτάγλωσσο ἡφαίστειο, ἐκεῖ
ὅπου ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη ροβόλαγε ἡ ἰλιγγιώδης φωνὴ
τοῦ νεροῦ, ἡ κόρη μὲ τὶς πυκνὲς χιονονιφάδες,
τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ γεννηθεῖ
ἐκτὸς ἀπ’ τὶς μέρες στὸ δάσος, ναί,
μὰ κι αὐτὲς θὰ τρέμουν ἀπ’ τὴ δροσιὰ κι ἀπὸ τὸν ἄνεμο.
Τῶν κινητήρων ἡ θέληση εἶχε σβήσει μακριά:
τῶν τρένων ὁ καπνὸς τραβοῦσε πρὸς τὶς πόλεις,
κι ἐγώ, ὁ πεισματάρης ἄνθρωπος,
τῆς σιωπῆς ἐγὼ ὁ ἀνθρακωρύχος,
τὴ ζώνη βρῆκα τῶν ἴσκιων, τὴν ἡμέρα μηδέν,
ὅπου ὁ χρόνος ἔμοιαζε νὰ ἐπιστρέφει
σὰν γέρικος ἐλέφαντας, ἢ καὶ νὰ σταματᾶ,
ἴσως γιὰ νὰ πεθάνει, ἴσως καὶ γιὰ νὰ συνεχιστεῖ,
ἀλλὰ μπορεῖ ἀκόμα, ἀπὸ τὴ μιὰ νύχτα στὴν ἄλλη,
καὶ γιὰ νὰ προετοιμάσει τὴ νέα ἑπόμενη μέρα,
τὴ μέρα τὴν ἑπόμενη σὰν φτυστὴ νεροσταγόνα.
Καὶ τώρα, ἀπὸ ἐδῶ, ἀρχίζει τούτη ἡ μαύρη σονάτα μου.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου