Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 140-191)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

«Ἡ θεὰ ἡ καλὴ ἡ πονόψυχη

μὲ τοὺς ἀδύναμους τοὺς σκύμνους τῶν ἄγριων λεόντων

καὶ μ’ ὅλα ἐκεῖ τὰ βυζανιάρικα τῶν ἀγριμιῶν τοῦ λόγγου,

ζητάει σημάδια ν’ ἀληθέψουν τῶν πουλιῶν, ποὺ

τὴ μιάνε δείχνονται καλὰ κι εὐνοϊκὰ καὶ ποὺ

τὴν ἄλλη πάλι μαῦρα προμηνοῦν μαντάτα.

Ἀπ’ τὸν Ἀπόλλωνα, τῆς Ἄρτεμης τὸν ἀδελφό,

ποὺ τὸν καλῶ βοηθό μου,

ζητάω νὰ μὴ στείλει ἡ θεὰ στοὺς Δαναοὺς ἀντίθετους ἀνέμους,

ποὺ θὰ κρατοῦσουν τὰ καράβια

καιρὸ πολύ δεμένα στὸ λιμάνι

κι οὔτε ν’ ἀπαιτήσει κι ἄλληνε θυσία ἄνομη κι ἐνάντια στὰ ἤθη,

ποὺ αἰτία συμφορῶν θὰ γίνει στὸν οἶκο τοῦ Ἀτρέα,

ὅταν τοῦ ἄντρα ὁ φόβος θά ’χει πιὰ ἐκλείψει.

Γιατὶ κεῖ μέσα μένει ἡ τεκνόποινη Ὀργὴ καὶ κυβερνάει,

ἡ φοβερὴ καὶ δόλια, ποὺ ὅλα τὰ θυμᾶται,

καὶ γιὰ τοῦ παιδιοῦ τὸν φόνο ἐκδίκηση θὰ λάβει».

Τῆς μοίρας τὰ γραμμένα τοῦτα

καθὼς καὶ κάποια ἄλλα αἴσια μαντάτα

γιὰ τὸν βασιλικὸ τὸν οἶκο μας

ὁ Κάλχας τὰ διαλάλησε, κι ἐξήγησε τοὺς οἰωνοὺς

γιὰ τὸ ταξίδι ποὺ ἦταν ν’ ἀρχινήσει.

Μὲ τρόπο ταιριαστὸ τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

Ὁ Δίας, ὅποιος κι ἂν εἶναι, ἢ

ἂν Δία τοῦ ἐρέσει νὰ τὸν λένε,

ἔτσι —Δία— ἐγὼ τὸν κράζω…

Καὶ ὅσο κι ἂν ἔψαξα ἢ καὶ ὅπου δὲν ἔψαξα

κι ἀφοῦ τὰ πάντα πολὺ καλὰ τὰ ἐζύγιασα,

ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Δία

ἐγὼ δὲν βρῆκα ἄλλον γιὰ βοηθό  μου

τὸ μάταιο τῆς θλίψης βάρος ἀπ’ τὸ στῆθος μου νὰ βγάλω,.

 

Οὔτε γι’ αὐτὸν ποὺ πρῶτα ἤτανε μεγάλος καὶ τρανὸς

κι ὅλο ἐφούσκωνε ἀπ’ τὸ ἀλαζονικό του θράσος

θὰ ποῦνε αὐτὸς

πὼς ἔζησε ποτέ·

κι αὐτὸς ποὺ τὸν διαδέχτηκε

κι ἔπειτα νικημένος ἔφυγε

ἀπ’ τὸν καλύτερό του ἀντίπαλο,

μὰ κι ὅποιος ψάλει τωραδὰ μὲ τὴν καρδιά του

τοῦ Δία τὴ μεγάλη νίκη

μὲ φρόνηση πολλὴ θὰ ἐνεργεῖ.

 

Τῆς φρόνησης τὸν δρόμο γιὰ τὸν ἄνθρωπο

ὁ ἴδιος ὁ Δίας τὸν ἐχάραξε

καὶ νόμο ἀπαρασάλευτον ἐθέσπισε: ὁ παθὸς μαθός!

Καὶ στὸν ὕπνο τους ἀκόμα τῶν ἀνθρώπων

σταλιὰ-σταλιὰ μὲς στὴν καρδιά τους πέφτει ὁ πόνος… —

ὁ πόνος πέφτει γιὰ νὰν τοὺς θυμίζει τὰ παλιὰ παθήματά τους,

κι ἔτσι, ἀθέλητα ἐντελῶς, τὴ φρόνησή τους βρίσκουν.

Σὲ ποιόν θεὸ οἱ θνητοί, λοιπόν,

ἐτούτη τὴ σκληρὴ χρωστᾶνε χάρη;

Σὲ ποιόν σεμνὸ θεό,

ποὺ κάθεται σὲ θρόνο σεβαστό,

ἀλήθεια τὴ χρωστᾶνε;

 

Καὶ τότε ὁ ἡγεμόνας ὁ πρεσβύτερος τοῦ στόλου τοῦ ἀχαϊκοῦ

δὲν ἔψεξε κανέναν μάντη·

στῆς τύχης τὶς ἀναποδιὲς ἔσκυψε τὸ κεφάλι,

ὅταν ἐνάντιοι ἄνεμοι τὰ πλοῖα ἐμπόδισαν νὰ φύγουν.

Τὸ στράτευμα τῶν Ἀχαιῶν τὸ ἔτρωγε ἡ πείνα

Στὸν τόπο πού ’χε μείνει: στὴ Χαλκίδα ἀπέναντι

καὶ στ’ ἀκρογιάλια τῆς Αὐλίδας τὰ πολύφλοισβα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου