Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 1-21)

[ΜΙΛΑΕΙ Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ]

 

Ἄχ, τοὺς θεοὺς παρακαλῶ

νὰ μ’ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τοῦτα μου τὰ βάσανα.

Πάει χρόνος πιὰ ποὺ εἶμαι ἄγρυπνος φρουρός

—σὰν τὸ σκυλί—

στῶν Ἀτρειδῶν τὶς στέγες πάνω.

Τῶν ἀστεριῶν τῆς νύχτας τὴν ὁμήγυρη πολὺ καλὰ τὴν ξέρω,

καὶ τοὺς ἀστερισμοὺς ἔχω μάθει ἐγὼ τοὺς ἡγεμονικοὺς

ποὺ λάμπουν στοὺς αἰθέρες καὶ φέρνουν στοὺς θνητοὺς

καὶ καλοκαίρια καὶ χειμῶνες,

καὶ ξέρω τὸ βασίλεμά τους

καὶ πότε ἔπειτα ἀνατέλλουν.

Τώρα φρουρῶ καὶ καρτερῶ τῆς φρυκτωρίας τὸ μήνυμα:

τὴ λάμψη τῆς φωτιᾶς ποὺ ἔρχεται ἀπ’ τὴν Τροία

τὴν είδηση νὰ φέρει ἡ πόλη ὅτι ἁλώθηκε.

Τὶς διαταγὲς ἐδῶ ἐκτελῶ μιᾶς

γυναίκας ποὺ νοῦ ἔχει ἀντρικὸ καὶ

καρδιὰ γεμάτη ἐλπίδες.

Κι ὅταν τὴ νύχτα ἐγὼ νὰ κοιμηθῶ παλεύω,

στὸ μουσκεμένο μου τὸ στρῶμα ἀπ’ τὶς δροσιές,

τὰ ὄνειρα οὔτε κὰν ποὺ μὲ κοντοζυγώνουν —

τὸν φόβο πάντοτε ἔχω —οὐδέποτε τὸν ὕπνο— παραστάτη·

τὰ βλέφαρά μου μένουν ἀνοιχτά· ἀδύνατον νὰ κλείσω μάτι.

Κι ἂν κάποτε στὸν νοῦ μου ’ρθεῖ νὰ τραγουδήσω

ἢ κάποιονε σκοπὸ σιγά, μουρμουριστὰ νὰ πῶ,

ἀντίδοτο μὲ τὴ φωνή μου ψάχνοντας νὰ βρῶ στὴ νύστα,

συμβαίνει τότε ἀκόμα καὶ τὰ κλάματα νὰ βάλω

καὶ νὰ στενάζω γιὰ ὅσες ἔχουν πέσει συμφορὲς στὸ σπίτι τοῦτο

ποὺ τώρα πιά, ὄχι!, καθόλου καλὰ δὲν κουμαντάρεται,

ἐνῶ παλιά… ἐνῶ παλιὰ εὐημεροῦσε.

Νὰ μ’ ἀπαλλάξει ἀπὸ τοῦτα μου τὰ βάσανα, ἄχ,

ναί, ἂς ἐρχότανε, ἄχ, ἡ λύτρωση

μὲ τοῦ νυχτερινοῦ πυρσοῦ τὴ φλόγα

καὶ τὶς χαρμόσυνες εἰδήσεις ποὺ θὰ λέει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου