ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
(ἀπόσπασμα, σττ. 437-474)
Ὁ Ἄρης, που κουφάρια ἀλλάζει
μὲ χρυσάφι
καὶ νίκη ἢ ἥττα δίνει στῆς
μάχης τὰ δόρατα,
ἀπὸ τὴν Τροία στοὺς συγγενεῖς
τῶν μαχητῶν
δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,
μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ νεκρικὴ πυρά,
ναί, στάχτη,
στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ
κλαμένη —
γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ
νεκρικὲς ὑδρίες,
οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο
μὰ τόσο πανάλαφρες.
Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται
γιὰ τοὺς χαμένους —
γιὰ τὸν ἕναν λὲν πὼς ἦταν
λέοντας στὴ μάχη,
καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε
σὲ ἀγώνα πολεμώντας
«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».
Τέτοια μὲ ἄφατη θλίψη
μουρμουρίζουνε ὅλοι
καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν
καρδιὰ τοὺς καίει
γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες
ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ
πάρουν πῆγαν.
Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ
τείχη
ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ
πτώματά τους
—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα
κορμιά—
ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ
σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.
Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·
τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ
χρέος πληρώνεται.
Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι
τώρα
καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω
μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.
Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ
θεοί… —
καθόλου τῶν θεῶν τὸ μάτι
δὲν ξεχνάει·
θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ
ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες
ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ
τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων
στὴ δυστυχία θὰ τὸν
ρίξουν·
καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ
κανεὶς καὶ τίποτα πιὰ δὲν
τὸν σώζει.
Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος
εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.
Μὲς στὸ παλάτι
πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.
Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν
γεννάει φθόνο·
οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω
πόλεις,
μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν
τὴ δῶ
σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους
θὰ ἤθελα.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου