Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑΤΑ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑΤΑ]

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»)

 

Ὁ Τομάζο συνέχισε νὰ νιώθει ἄσχημα. Θά ’δινε κι ἕναν χρόνο ἀπ’ τὴ ζωή του νά ’χε πάνω του τίποτα ρέστα γιὰ ἕνα τσιγαράκι ρὲ σύ.

Ἔμεινε ἐκεῖ ὅπως ἦταν γιὰ κάμποσο, μπορεῖ καὶ παραπάνω ἀπὸ μιὰν ὥρα, ἀσάλευτος στὸ κρεβάτι, νὰ κολυμπάει στὸν ἱδρώτα.

Ὕστερα κάτι ἄλλαξε: κατάλαβε πὼς ἔξω δὲν ἦταν πιὰ μαῦρο σκοτάδι, πὼς ὑπῆρχε μιὰ σταξιὰ φῶς, ἴσα-ἴσα ν’ ἀσπρίζει τὴν ἀτμόσφαιρα. Μπορεῖ, ὡστόσο, νά ’ταν καὶ ἡ ἐντύπωση ἡ δική του, ἢ τ’ ὅτι ἀλάφραινε λιγάκι τὸ σκοτάδι μπορεῖ καὶ νὰ ὀφειλόταν ἁπλῶς στὴν Περμόλιο καὶ στὴ φλόγα της, ποὺ πετελούδιζε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Δὲν ἀκουγόταν τίποτα, οὔτε φωνὴ οὔτε θόρυβος, τίποτα.

Νά, ὅμως, ποὺ σιγὰ-σιγὰ ἄρχισαν νὰ χτυποῦν κάτι καμπάνες. Καμπανίσματα ἄτονα, σβησμένα, καθὼς ἔρχονταν ἀπὸ μακριά, πέρα ἀπ’ τὶς πτέρυγες τοῦ νοσοκομείου καὶ τοὺς κήπους, μπορεῖ κι ἀπὸ τὴ βία Πορτουένσε, ἀπ’ τὴν ἐκκλησία δίπλα στὴ Βίνια Πία ἢ καὶ ἀπὸ καμιὰ καινούργια ἐκκλησία, χτισμένη στὰ μέρη ἐκεῖνα, στὸ Καζαλέτο, στὸ Κορβιάλε, στὴ Σάντα Πάσερα… Ἦταν ἦχος ποὺ ποτέ του ὁ Τομάζο δὲν εἶχε καταλάβει τί σήμαινε· δὲν ἀποκλείεται, πάντως νά ’χε πιάσει τὸ νόημά του παλιά, ὅταν ἤτανε παιδάκι, μὰ τώρα πιὰ νὰ μὴν τὸ θυμόταν. Ἔμοιαζε νά ’ρχεται ἀπ’ τῆς γῆς τὰ ἔγκατα ἢ ἀπὸ κάποιο σημεῖο τ’ οὐρανοῦ, ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς χαραυγῆς, ὅπου ὑπάρχει λίγο φῶς ροδαλούτσικο καὶ ποὺ φαίνεται ὅτι προαναγγέλλει μέρα ὄμορφη κι εὐτυχισμένη. Ἦταν ὁ ἦχος τοῦ Ὄρθρου. Μὰ ἀκόμα δὲν διακρινόταν καθαρὰ ἂν ἦταν σημάδι γιορτῆς γιὰ τὴ μέρα ποὺ ἐπέστρεφε στὸν κόσμο, ἢ ἂν ἦταν χτύπος ποὺ δήλωνε πένθος ἢ κάτι κακό. Μπορεῖ, βέβαια, νὰ σήμαινε καὶ τὰ δύο, νά ’ταν δυὸ μηνύματα ἀνακατεμένα, ποὺ ὄντας μπερδεμένα ἀλληλοεξουδετερώνονταν, καὶ στὴν πραγματικότητα νά ’ταν ἕνας μόνο ἦχος, ποὺ ἐπαναλαμβανόταν ἄτονος συνέχεια καὶ συνέχεια. Ὁ Τομάζο δὲν καταλάβαινε τί σήμαινε, τί ἤθελε νὰ πεῖ, γιατὶ δὲν διέθετε οὔτε τὸν τρόπο οὔτε τὰ λόγια νὰ τὸ ἐκφράσει· ἄσε ποὺ ποτέ του δὲν εἶχε δώσει σημασία σὲ τέτοια πράγματα οὔτε τοῦ ’χε μιλήσει ποτὲ κανένας γι’ αὐτά, λὲς καὶ δὲν ὑπῆρχαν κάν. Τώρα, ὅμως, ὁ ἦχος αὐτὸς ὑπῆρχε, καὶ ἦταν δυνατός, ντάν, ντάν, ντάν, ντάν, καὶ περνοῦσε μέσα ἀπὸ ὅλες κεῖνες τὶς κοιμισμένες ἀκόμα γειτονιές, τρυπώντας τὴ μπαγιάτικη ἀτμόσφαιρα ποὺ μόλις ἄρχιζε ἀγάλι-ἀγάλι νὰ ξαστερώνει, νὰ φρεσκάρεται ἀπὸ μέσα μόνη της, χωρὶς ἄλλη μεσολάβηση, καὶ νὰ γίνεται πρῶτα γκρίζα κι ἔπειτα καθαρὴ γιὰ νὰ ξαναβρεθεῖ παρέα μ’ ὅλα τὰ πράγματα, τοὺς τοίχους, τὰ φυτά, τ’ ἀγροτόσπιτα, τοὺς δρόμους. Καὶ τοῦτο πέραν τοῦ ὅτι γιὰ κάποιους ἔπρεπε κάτι νὰ σημαίνει: γιὰ τὸν παπὰ νὰ ξεκινήσει τὴ λειτουργία, μὰ καὶ γιὰ τὸν νεωκόρο, γιὰ καμιὰ γριούλα, γιὰ τοὺς ἐργάτες τῆς νυχτερινῆς βάρδιας ποὺ τώρα θὰ σχόλαγαν, γιὰ ὅποιους ταξιδιῶτες θά’πρεπε νὰ πάρουν τὸ τρένο νὰ φύγουν.

Θὰ μποροῦσε, ὅμως, νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κεῖνες οἱ καμπάνες, κεῖνα τὰ μυστηριακὰ ντάν, ντάν, ντάν, ντάν, μὲ τὰ ὁποῖα ἀναγγελλόταν ἡ γέννηση καὶ ἡ ζωὴ τῆς νέας μέρας, ἦταν σὰν νά ’λεγαν ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἀνώφελα, ὅτι ὅλοι οἱ ζωντανοὶ ἦταν κιόλας πεθαμένοι καὶ θαμμένοι, ψυχὲς χαμένες. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ μυρουδιὰ τῆς λάσπης, τῆς βροχῆς, τοῦ καφὲ μὲ γάλα, αὐτὴ μυρουδιὰ ἡ φερμένη ἀπὸ κεῖνα τὰ καμπανίσματα ἄρχισε νὰ γίνεται αἰσθητὴ παντοῦ τριγύρω, νὰ δίνει νόημα γαλήνης καὶ φρεσκάδας.

Σαστισμένος κάπως ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἦχο, ποὺ τώρα πού ’χε ἀρχίσει δὲν ἔλεγε νὰ τελειώσει, ἐνῶ κι ἄλλες καμπάνες ἄλλων ἐκκλησιῶν, ἀπ’ τὸ Τραστέβερε, ἀπ’ τὸ Τεστάτσιο, ἀπ’ τὸ Σὰν Παόλο, εἶχαν ἀρχίσει κι αὐτὲς νὰ βαρᾶνε, μὲ τὸν ἴδιον ἦχο, μὲ τὴν ἴδια μελαγχολία, ὁ Τομάζο ἔνιωσε νὰ βυθίζεται λίγο-λίγο σ’ ἕναν ὕπνο βασανιστικό, βαθὺ καὶ ἀκατανίκητο. Ἔμεινε κεῖ σὰν πέτρα, νὰ βουλιάζει σιγὰ-σιγὰ στὸν ὕπνο, ἐνῶ ἀπὸ μέσα του τά ’βαζε ἀκόμα μὲ τὶς καμπάνες ποὺ βάραγαν, καὶ τὶς γαμοσταύριζε μὲ βλαστήμιες γιὰ τὸ σόι τους. Ἀποκαρωμένος κοιμήθηκε γι’ ἀρκετὴ ὥρα — τὸν εἶχε ρουφήξει ἕνας λήθαργος, τὸν εἶχε καταπιεῖ χαρίζοντάς του τὴ γαλήνη.

Ξύπνησε καὶ νόμιζε ὅτι ἄκουγε μιὰν ἄλλη καμπάνα. Καὶ πραγματικά, μόλις ξύπνησε τελείως, κατάλαβε ὅτι, ναί, στ’ ἀλήθεια, χτυποῦσε μι’ ἄλλη καμπάνα. Μὰ αὐτὴ ἦταν πιὸ κοντά του, κι ἔμοιαζε σὰ νὰ βρισκόταν πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του, ἴσως σὲ κάποια διπλανὴ πτέρυγα, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου.

Τώρα εἶχε πιὰ ξημερώσει. Ἀπ’ τὸ παράθυρο ἔμπαινε φῶς ἄσπρο, φῶς ποὺ σὲ στράβωνε· κι ἀκόμα πιὸ ἄσπρα φαίνονταν τόσο τὰ κρεβάτια πάνω στὰ γυαλιστερὰ πλακάκια τοῦ δάπεδου, ὅσο και τὰ σχήματα ὅσων ἀκόμα κοιμόντουσαν. Κάποιοι, πού ’χαν ἤδη ξυπνήσει, μέναν καθιστοὶ στὰ κρεβάτια τους ἢ ὄρθιοι πλάι στὸ κομοδίνο τους μέσα σ’ ἕνα φῶς καθαρὸ σὰν τὸ γάλα.

Ἦταν ἕνα καμπανάκι μόνο, καὶ χτυποῦσε γρήγορα καὶ δυνατά: τρεῖς φορὲς κάνοντας ντὰν, ντάν, ντάν, κι ἄλλες τρεῖς κάνοντας ντίν, ντίν, ντίν. Μετὰ σταμάταγε γιὰ λίγο καὶ ἀμέσως μετὰ ἐπαναλάμβανε τὰ δυὸ τριπλά του χτυπήματα. Ἔτσι πήγαινε τὸ πράμα, τὸ ἴδιο συνέχεια. Χτυποῦσε γιὰ κάποιον ποὺ πέθανε. Τὸν ἦχο αὐτὸν ὁ Τομάζο τὸν κατάλαβε, τὸν ἤξερε, τὸν ἀναγνώρισε. Ἡ ἀντήχησή του φαινόταν τώρα δυνατότερη, μιᾶς καὶ ὑπῆρχε ἀκόμα πολλὴ σιωπὴ καὶ μπόλικη ἡσυχία, μολονότι τό ’νιωθες ὅτι ἡ ζωὴ εἶχε πιὰ ξαναρχίσει νὰ κυλάει. Καὶ κυλοῦσε μὲ ἐπιμονὴ μπαίνοντας ἀπ’ ὄλες τὶς πάντες, ἀπ’ τὸ παράθυρο, ἀπ’ τὸ διάδρομο… κυλοῦσε μαπίνοντας μὲ τὸν ὀξὺ καὶ διαπεραστικό της ἦχο.

Κι ἀφοῦ κυλοῦσε, δὲ σταματοῦσε. Σὲ εἰδοποιοῦσε, ἐντάξει, πὼς κάποιος εἶχε πεθάνει, πώς τά ’χε ὁ καημένος τινάξει τὰ πέταλα, καὶ δόξα τῶ Θεῶ νὰ λές, μακριὰ ἀπὸ δῶ. Ναί, ἀλλὰ ὁ ἦχος ἦταν τόσο ἐπίμονος, ποὺ σ’ τὴν ἔδινε καταφέφαλα. Κάθε φορὰ ποὺ σταμάταγε τὸ καμπανάκι, ἔμοιαζε νά ’χει ἐπιτέλους σταματήσει ὁριστικά, νὰν τό ’χει καταπιεῖ ἡ σιωπὴ τοῦ πρωινοῦ καὶ νὰν τό ’χει κάνει ἤμερο, ὑποτακτικὸ καὶ πειθήνιο. Ἀλλὰ ὄχι! Νά ’το πάλι, δῶσ’του, ντάν, ντάν, ντὰν στὴν ἀρχή, κι ἔπειτα ντίν, ντίν, ντίν.

Ὁ οὐρανὸς τώρα παρέμενε γκρίζος, μὰ εἶχε γίνει φωτεινότερος , ἴσως ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἀκόμα ἐντελῶς μέρα, ἀλλὰ μπορεῖ κι ἐπειδὴ ἦταν σκεπασμένος μὲ σύννεφα. Ἡ μοναδικὴ ζωὴ σ’ ὅλο τοῦτο τὸ νεογέννητο φῶς ἦταν κεῖνο κεῖ τὸ καμπαννάκι, ποὺ χτυποῦσε, χτυποῦσε, χτυποῦσε, σταμάταγε γιὰ λίγο σάμπως γιὰ νὰ πάρει μι’ ἀνάσα, κι ἔπειτα ξανάρχιζε νὰ χτυπάει, νὰ χτυπάει, νὰ χτυπάει.

 

Μετάφραση:  Γιῶργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου