Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

ΦΡΑΣΕΙΣ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΦΡΑΣΕΙΣ

 

Ὅταν ὁ κόσμος μικρύνει καὶ γίνει ἕνα καὶ μόνο ἕνα μαῦρο δάσος γιὰ τὰ τέσσερά μας κατάπληκτα μάτια, — μικρὸς γιαλός γιὰ δυὸ μικρὰ παιδιά — σπίτι γεμάτο μελωδίες γιὰ τὴ φωτεινή μας συμπάθεια — θὰ σὲ βρῶ, ναί, θὰ σὲ βρῶ ἐγὼ ἐσένα.

          Νά ’χει δῶ κάτω ἀπομείνει ἕνας γέρος ὁλομόναχος, ἤρεμος καὶ ὡραῖος, κι ὁλόγυρά του νά ’χει «πολυτέλεια ἀνήκουστη», — κι ἐγὼ στὰ γόνατά σου νὰ προσπέφτω.

          Νά ’χω τὶς θύμησές σου πραγματοποιήσει ἀκέραιες, —κι ἂς εἶμαι ἐγὼ αὐτὸς ποὺ ξέρει πῶς νὰ σὲ στραγγαλίσει—, καὶ θὰ σὲ πνίξω ἐγώ, ναί.

 

*****

 

Ὅταν εἴμαστε πολὺ δυνατοί, — ποιός ὑποχωρεῖ; χαρούμενος — ποιός στὴ γελοιότητα ξεπέφτει; Ὅταν εἴμαστε πολὺ μοχθηροί, πῶς καὶ ποῦ καταλήγουμε;

          Στολίσου, χόρεψε καὶ γέλα. — Ποτὲ δὲν θὰ μπορέσω νὰ πέμψω τὸν ἔρωτα ἐγὼ ἀπ’ τὸ παράθυρο.

 

*****

 

Συντρόφισσά μου, ἐπαίτισσα, παιδὶ μεταμορφωμένο σὲ τέρας! Πόσο ἀδιάφορη σ’ ἀφήνουν τοῦτες οἱ στενοχώριες καὶ τοῦτοι οἱ ἐλιγμοί, κι ὅλα γενικῶς τὰ βάσανά μου! Γίνε ἕνα μαζί μας, μὲ τὴν ἀπίστευτη φωνή σου, ναί, μὲ τὴ φωνή σου τὴν ἀπαράμιλλη! Μοναδικὴ ἐσὺ κολακεύτρια τούτης ἐδῶ τῆς ποταπῆς ἀπόγνωσης.

          Μουντὸ πρωινό, συννεφιασμένο, Ἰούλιο μήνα. Γεύση τέφρας, πετάει στὸν ἀέρα· — ὀσμὴ ξύλου στὴν πυροστιὰ καὶ ἱδρώνει, — λουλούδια νοτισμένα — οἱ βόλτες ἀραιώνουν — τῶν αὐλακιῶν ψιλόβροχο στὰ χωράφια — ὁπότε γιατί ὄχι καὶ παιχνίδια καὶ θυμιάματα;

 

*****

 

Τεντωμένα —ἐγὼ τά ’δεσα— σκοινιὰ ἀπὸ κωδωνοστάσιο σὲ κωδωνοστάσιο· γιρλάντες ἀπὸ παράθυρο σὲ παράθυρο· χρυσὲς ἁλυσίδες ἀπὸ ἀστέρι σὲ ἀστέρι, καὶ χορεύω, χορεύω.

 

*****

 

Ἡ πάνω λίμνη ἀχνίζει συνεχῶς, ἀσταμάτητα. Ποιά μάγισσα θὲ νὰ ὀρθωθεῖ πάνω ἀπ’ τ’ ἄσπρο λιόγερμα; Ποιές μενεξενδένιες φυλλωσιὲς θὰ κατεβοῦν δῶ κάτω;

 

*****

 

Ὅσην ὥρα οἱ δημόσιοι πόροι ρέουν σὲ γιορτὲς ἀδελφοσύνης, κάποια καμπάνα μὲ φωτιές τριανταφυλλιὲς χτυπάει μὲς στὰ σύννεφα.

 

*****

 

Γεύση εὐχάριστη μελάνης σινικῆς ἀναζωογονεῖται καὶ μιὰ μαύρη σκόνη σκορπιέται ἁπαλὰ-ἁπαλὰ στὸ νυχτέρι τὸ δικό μου. — Χαμηλώνω τοῦ πολυέλαιου τὰ φῶτα, πέφτω ξερὸς στὸ κρεβάτι, καὶ γυρισμένος πρὸς τὴ μεριὰ τῆς σκιᾶς σᾶς βλέπω, κορίτσια μου, σᾶς βλέπω, βασίλισσες δικές μου ἐμένα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου