Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

 


ARTHUR RIMBAUD

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

 

Ι

Τούτο το είδωλο, μαύρα μάτια και κίτρινη χαίτη, χωρίς γονείς, συγγενείς ή αυλικούς, ευγενέστερο κι από τον μύθο ακόμα, είδωλο μεξικανικό και φλαμανδικό· η επικράτειά του, με όλη την αναίδεια του γαλάζιου και της πρασινάδας, εκτείνεται σε γιαλούς που πήραν όνομα από κύματα χωρίς πλεούμενα, και τα ονόματά τους είναι θηριωδώς ελληνικά, σλαβικά και κελτικά.

Στις παρυφές του δάσους –άνθη ονειρικά κουδουνίζουν, εκρήγνυνται, διαλάμπουν– το κορίτσι με χείλια πορτοκάλι, με τα γόνατα του σταυρωμένα στον πάμφωτο κατακλυσμό που πηγάζει απ’ τα λιβάδια, με τη γυμνότητά του να τη σκιάζουν, να την διασχίζουν και να τη ντύνουν τα ουράνια τόξα, η χλωρίδα, η θάλασσα.

Κυρίες που στροβιλίζονται σε βεράντες γειτνιάζουσες με τη θάλασσα· παιδιά και γίγαντες, υπέροχες εβένινες γυναίκες μες στους χαλκοπράσινους αφρούς, κοσμήματα ορθά και περήφανα πάνω στο παχύ χώμα των αλσών και των αποψυγμένων κηπαρίων – νεαρές μητέρες και μεγάλες αδελφές με βλέμματα γεμάτα προσκυνήματα, σουλτάνες, πριγκίπισσες με βήματα και ενδύματα τυραννικά, κοράσια ξένα και όψεις καλυμμένες με μιαν απαλή χροιά δυστυχίας.

Οποία πλήξη, η ώρα μ’ εκείνα τα «γλυκό μου» και τα «καρδούλα μου».

 

ΙΙ

Να τη, να τη η μικρούλα που πέθανε πίσω από τις τριανταφυλλιές. – Η νεαρή μεταστάσα μητέρα κατεβαίνει τα σκαλιά. – Η άμαξα του εξαδέλφου τρίζει πάνω στην άμμο. – Ο μικρός αδελφός (είναι στις Ινδίες!) εκεί, πριν απ’ το λιόγερμα, σ’ ένα λιβάδι στρωμένο γαρύφαλλα. – Οι γέροι που θάφτηκαν όρθιοι μες στα τείχη με τους άσπρους μενεξέδες.

Σμήνος χρυσαφένιων φύλλων κυκλώνει του στρατηγού το ενδιαίτημα. Πετούν στον Νότο. – Παίρνεις τον κόκκινο δρόμο και φτάνεις στο άδειο πανδοχείο. Ο πύργος προορίζεται να πωληθεί· των παραθύρων οι γρίλιες είναι ξεχαρβαλωμένες. – Το κλειδί της εκκλησίας θαν τό ’χει σίγουρα πάρει ο εφημέριος. – Γύρω απ’ το πάρκο τα καταλύματα των φυλάκων δεν κατοικούνται. Οι περίβολοι είναι τόσο ψηλοί, που το μόνο που βλέπεις είναι οι κορυφές των δέντρων και το θρόισμά τους. Εξάλλου δεν υπάρχει και τίποτα να δεις εκεί μέσα.

Τα λιβάδια ανηφορίζουν ίσαμε τα χωριουδάκια – καθόλου πετεινάρια και καθόλου αμόνια. Το άνοιγμα του υδροφράχτη είναι σηκωμένο. Ω της ερήμου γολγοθάδες και ανεμόμυλοι, ω νησιά και μυλόπετρες!

Άνθη μαγικά κι όλο εσβούριζαν. Τα αναχώματα λικνίζονταν. Θηρία γυρόφερναν παντού με τη θρυλική τους κομψότητα. Οι νεφέλες μαζεύονταν επάνω από κείνη την ανοιχτή θάλασσα πού ’χε φτιαχτεί από μιαν αιωνιότητα καυτών δακρύων.

 

ΙΙΙ

Στο δάσος υπάρχει ένα πουλί, με το λάλημά του σταματάς και σε κάνει να κοκκινίζεις.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπάει.

Υπάρχει ένα φαράγγι κι ένα λημέρι κάτασπρων ζώων.

Υπάρχει ένας καθεδρικός ναός που κατεβαίνει, και μια λίμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα καροτσάκι παρατημένο στα θαμνόδεντρα ή που πάει τσουλώντας στην κατηφοριά του μονοπατιού κι είναι στολισμένο με κορδέλες.

Υπάρχει ένα μπουλούκι μικρών θεατρίνων με κουστούμια για την παράσταση, και πετάχτηκε ξαφνικά στη μέση του δρόμου που βρίσκεται στις παρυφές του δάσους.

Και, τέλος, όποτε πεινάς και διψάς, υπάρχει κάποιος που σε κυνηγάει να φύγεις.

 

IV

Είμαι ο άγιος που προσεύχεται στον εξώστη – όσο και καθώς βόσκουν τα γαλήνια κτήνη από δω ίσαμε τη θάλασσα της Παλαιστίνης.

Είμαι ο σοφός στη ζοφερή πολυθρόνα. Τα κλαριά και η βροχή βαράν και κοντεύουν να σπάσουν τα τζάμια της βιβλιοθήκης.

Είμαι ο πεζοπόρος των μεγάλων δρόμων που κόβουν μέσα από νανώδη αλσύλλια· των υδροφρακτών το βουητό πνίγει τα βήματά μου. Επί ώρα πολλή κάθομαι και κοιτάζω του ηλιοβασιμέματος τη μελαγχολική χρυσή αλισίβα.

Θα μπορούσα κάλλιστα να ήμουν το παρατημένο παιδί πάνω στην προκυμαία που έφυγε για να χαθεί στο πέλαγο, ο μικρός βαλές που ακολουθεί την αλέα δίκην υπηρέτου με το μέτωπό του ν’ ακουμπάει τον ουρανό.

Τα μονοπάτια είναι εξόχως τραχιά. Οι λοφίσκοι σκεπάζονται από σπάρτα. Ο αέρας είναι ακίνητος. Πόσο μακριά βρίσκονται τα πουλιά και οι ανάβρες! Αν μη τι άλλο αυτό μάλλον είναι, καθώς προχωράω, του κόσμου η συντέλεια.

 

V

Ας μου νοικιάσουν επιτέλους τούτον τον κεκονιαμένο τάφο με τις ανάγλυφες τσιμεντένιες γραμμές – βαθιά, πολύ βαθιά στο χώμα μέσα.

Στηρίζομαι με τους αγκώνες στο τραπέζι, η λάμπα φωτίζει έντονα τούτες δω τις εφημερίδες που ως ηλίθιος κάθομαι και τις ξαναδιαβάζω, τούτα τα βιβλία τα εντελώς άνευ ενδιαφέροντος. –

Σε μια τεράστια απόσταση πάνω απ’ το υπόγειο σαλόνι μου φυτεύονται και φυτρώνουν τα σπίτια, σωρεύονται και πυκνώνουνε οι ομίχλες. Η λάσπη είναι ή κόκκινη ή μαύρη. Πόλη τερατώδης, νύχτα ατελεύτητη!

Λίγο πιο κάτω υπάρχουν υπόνομοι. Στα πλάγια τίποτ’ άλλο εκτός από μια παχιά υδρόγειο σφαίρα. Μπορεί όμως και οι άβυσσοι του γαλάζιου, πηγάδια πύρινα. Ίσως πάνω σ’ αυτά τα επίπεδα ν’ ανταμώνουνε φεγγάρια και κομήτες, θάλασσες και παράμυθοι.

Στης πίκρας τις ώρες εγώ φαντάζομαι σφαίρες από ζαφείρια, από μέταλλα. Κυριαρχώ στη σιωπή. Μα γιατί να ωχριά η όψη κάποιου υποχθόνιου φεγγίτη στη γωνία του θόλου;

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου