PIER PAOLO PASOLINI
[ΚΛΟΤΣΟΠΑΤΙΝΑΔΑ ΣΤΗΝ
ΠΙΕΤΡΑΛΑΤΑ]
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»)
Ὁ
Τομάζο τὴ σκηνὴ τὴ θυμόταν σὰ νά ’χε γίνει μόλις τώρα: τὸ ξύλο πού ’χε πέσει!...
τὴ μπουρδελοκατάσταση ὅλη ὅπως εἶχε ἐξελιχτεῖ! Σὰν νὰ τσακώνονταν τίποτα γερο-μεθύστακες
στὸ πτωχοκομεῖο κι ἀκόμα χειρότερα! Ἦταν αὐγουστιάτικο βράδυ, σὰν κι αὐτὸ τώρα,
ζεστό, κι ἔμοιαζε μέρα. Τὸ φεγγάρι ἤτανε σὰν νά ’χε πιάσει πυρκαγιά, μιὰ πυρκαγιὰ
βιολετιά, πού ’βαφε βιολετιὰ τὰ πάντα: σκόνη, σκουπίδια, παραγκόσπιτα. Ὁ κόσμος
τριγύρναγε ἔξω μισόγυμνος. Στοὺς συνοικισμούς, στὰ παλιοχώραφα — ὁ κόσμος ἔμοιαζε
καταυλισμὸς τσιγγἀνων. Παράθυρα καὶ πόρτες, ὅλα ὀρθάνοιχτα καὶ μ’ ὅλη τὴν
κουρελαρία τους σὲ πάγκοινη θέα. Ἄλλος γέλαγε, ἄλλος ἔκλαιγε, στὴ μιὰ παράγκα εἶχαν
ξεφάντωμα, στὴν ἄλλη ψυχομαχητό. Καὶ παντοῦ συντροφιὲς παιδιῶν ποὺ βολοδέρνανε
τραγουδώντας, μὲ τὶς φανελίτσες τους ν’ ἀνεμίζουν ἔξω ἀπ’ τὰ παντελόνια τους.
Οἱ
γέροι κάθονταν κάτω ἀπ’ τὶς κληματαριές, ἀνάμεσα στὶς καλαμωτές, στὶς ταβερνοῦλες.
Ἀνάμεσά τους κι ὁ Πασαλάκουα.
Αὐτὸς
κι ἕνας ἄλλος, κανονικὸς γερο-χωριάταρος, εἶχαν πιάσει κουβέντα τὴν κουβέντα νὰ
μαλώνουν γιὰ τὰ ζωντανά τους. Ἀγωγιάτες ἤτανε κι οἱ δυό τους, καὶ μουλαρωμένος ὁ
καθένας τους ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὅτι τὸ δικό του ἀβασταγὸ ἐτράβαγε καλύτερα τὴν
καρότσα στὴν ἀνηφόρα τοῦ ἀναχώματος, ὅπου δουλεύανε — ἀναχώματος φτιαγμένου ἀπὸ
μπάζα. Ἡ μιὰ κουβέντα φέρνει τὴν ἄλλη, καὶ ξανὰ-μανὰ τὴν παράλλη, καὶ δῶσ’ του ὅλο
πεῖσμα καὶ γινάτι κουβέντα τὴν κουβἐντα, μὰ καὶ συνάμα τύφλα κι οἱ δυό τους στὸ
μεθύσι, πράγμα ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ τὰ βλέπουν ὅλα διπλά, ἄρχισαν νὰ πλακώνονται
στὰ μπουνίδια.
Ἄρχισαν
ἀπ’ τὴν ταβέρνα, μ’ ὅλα τ’ ἄλλα γερόντια ἀπὸ γύρω τους, στουπὶ κι αὐτὰ στὸ μεθύσι,
νὰ πολεμᾶν νὰ τοὺς χωρίσουνε. Κάποια στιγμὴ ἐφάνηκε πὼς θέλησαν νὰ σταματήσουν,
ἀλλὰ μόλις βγῆκαν ἔξω — μὲ τὴ γεροντοκομπανία σὲ ὁλομέλεια, μὲ τ’ ἄσπρα τὰ μαλλιὰ
ἢ μὲ τὶς φαλάκρες τους— ξανάπιασαν τὸν καβγά μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ μὲ τὸ
ἠλεκτρικὸ γλομπάκι νὰ ἔχει τὸ φῶς του ξεθωριασμένο καθὼς τὸ θάμπωνε τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.
Ντίρλα
ὅπως ἤταναε βάραγαν ὅπου βρίσκανε συνεπαρμένοι ἀπ’ τὴν ὁρμή τους: ζντὰν
μιὰ μπουνιὰ χωστὴ στὸ στομάχι, μπὰνφ μιὰ κλοτσιὰ ἴσια στ’ ἀρχίδια.
Ἔτσι,
κοπανώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ οὐρλιάζοντας, πήγαιναν τὴ μιὰ ἀπὸ δῶ καὶ τὴν ἄλλη
ἀπὸ κεῖ, ἐνῶ ἦταν ἀπὸ κοντὰ κι οἱ ἄλλοι ποὺ πάλευαν νὰ τοὺς χωρίσουνε καὶ τοὺς ἔλεγαν
συμβουλευτικὰ νὰ πάρει ὁ καβγάς τους τέλος.
Φύγανε
καὶ πήγανε σ’ ἄλλο μέρος: σὲ κάτι ὄχθες τοῦ Ἀνιένε, στὴν ἐξοχή· κι ἔπειτα
ξαναγύρισαν στὴν ταβέρνα.
Εἶχε
μαζευτεῖ κόσμος καὶ ντουνιάς —μαζὶ κι ἀγόρια, ἀπὸ κοντὰ καὶ πιτσιρίκια— καὶ
κάθονταν νὰ βλέπουν ἢ νὰ τρέχουν ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ ἀνάλογοα μὲ τὸν τόπο ποὺ
μετακινοῦνταν οἱ ἄλλοι, κι ἦταν σὰ μιὰ φούχτα ξερὰ φύλλα, ποὺ τὰ παράσερνε ὁ ἄνεμος,
ἢ σὰν κανὰ σμάρι σπουργιτόπουλα. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν κι ὁ Τομάζο,
μισόγυμνος κι αὐτός, καὶ μαυρόπετσος σὰν ἀνδαλουσιάνος γύφτος.
Τώρα
φαινόταν ὅτι εἶχαν κι οἱ δυό τους βαρεθεῖ, καὶ στέκονταν παράμερα, χωριστὰ
μεταξύ τους, ὁ καθένας μὲ τοὺς πιὸ στενούς του φίλους, μὲ φάτσες κόκκινες σὰν αἷμα
καὶ μὲ δόντια ξέσκεπα κάτω ἀπ’ τὰ γκρίζα κι ἀξύριστα γένια τους. Ξαφνικὰ ὁ
Πασαλάκουα τινάχτηκε ἀπότομα κι ἔτρεξε σὰ δαιμονισμένος πρὸς τὴν ταβέρνα· ὁλόγυρα
ὑπῆρχε ἕνας φράχτης ἀπὸ κάτι μισοσάπια καὶ μισοξεθαμμένα παλούκια. Βούτηξε ἕνα,
τὸ κούνησε πέρα-δῶθε, τὸ ξερίζωσε κι ἄρχισε νὰ βαράει, στὰ τυφλά, κι ὅλοι το ’βαλαν
στὰ πόδια, ἄλλος ἀπὸ δῶ κι ἄλλος ἀπὸ κεῖ. Ἀλλ’ ἀκόμα κι ὁ ἄλλος ἀγωγιάτης εἶχε
βάλει τὴν οὐρὰ στὰ σκέλια κι ἔμοιαζε σὰ νά ’θελε, σιγά-σιγά, νὰ κόψει λάσπη. Σιγὰ
ὅμως πού ’θελε! Ἔδραμε στὴν ταβέρνα, μπῆκε καί, ὅταν ξαναβγῆκε, ἐκράταγε μιὰ καρέκλα
κι ἄρχισε νὰ κοπανάει, σὰν τρελὸς κι ἐλόγου του, καρεκλιὲς ἐδῶ κι ἐκεῖ στὴν
τύχη. Μ’ ὅλο τοῦτο τὸ κλοτσομπουνίδι πού ’βλεπαν οἱ ἀπὸ γύρω τους, πότε νὰ κοπανάει
ὁ ἕνας καὶ πότε ὁ ἄλλος, ναί,… οἱ παριστάμενοι ἦταν σὰ νὰ συμμετεῖχαν σὲ
λιτανεία, ἀφοῦ πήγαιναν τὴ μιὰ φρτττ ἀπὸ δῶ καὶ τὴν ἄλλη χρτττ ἀπὸ
κεῖ, προσπαθώντας μὲν κάπως νὰ τοὺς σταματήσουν, ἀλλὰ καὶ ἐλπίζοντας κάπως ὅτι κάποια
στιγμὴ θ’ ἀπολαύσουν τὸ ὡραῖο θέαμα, ὁ ἕνας ἀπ’ τοὺς δυὸ ν’ ἀνοίξει στὰ δυὸ τὸ
κεφάλι τοῦ ἄλλου.
Κάποια
στιγμὴ ἐκεῖ, καθὼς ἔτρεχε κι ὁ Τομάζο πάνω-κάτω, εἶδε στὸ χῶμα ἕκα κουβαράκι ροῦχα:
τὸ σακάκι καὶ τὸ μπερεδάκι τοῦ Πασαλάκουα. Ἔσκυψε, κοίταξε τριγύρω, τὰ βούτηξε
καὶ δρόμο.
Κάποιος,
ὅμως, ποὺ τὸν ἤξερε, τὸν εἶχε πάρει μάτι ἀπὸ κάποια ξώπορτα. Καί, καθὼς οἱ
καβγατζῆδες εἴχανε πιὰ φιλιώσει, ἐνημέρωσε σχετικὰ τὸν Πασαλάκουα πού ’ψαχνε ἐκεῖ
γύρω νὰ βρεῖ τὰ πράγματά του: «Ὁ κανακάρης τοῦ Τορκουάτο σ’ τὰ πῆρε!» Ὁ
Πασαλάκουα κι ὁ ἄλλος πῆγαν τότε στὴν παράγκα τοῦ Τομαζίνο . Ὁ Τομαζίνο ἦταν
μέσα, ἡ μάνα του στὴν αὐλίτσα. «Μέσα εἶν’ ὁ γιός σας;» τὴ ρώτησε ὁ Πασαλάκουα καὶ
τὸ μάτι του εἶχε γίνει μελιτζανί. «Πρέπει νά ’χει τὸ σακάκι καὶ τὸ καπέλο μου!»
Ἀκούγοντας
τὶς φωνὲς ὁ Τομαζίνο μπῆκε ἀμέσως στὸ νόημα καὶ βγῆκε ἔξω ἔχοντας τὰ πράγματα
στὰ χέρια του. «Στὸ χῶμα τά ’δα», εἶπε κάνοντας τὸ καλὸ κι ἀθῶο παιδάκι, «δὲν ἤξερα
ὅτ’ ἦταν δικά σας, καὶ τά ’μασα. Εἶδα καὶ τὸ ξύλο πού ’πεφτε καὶ τρόμαξα. Καὶ τά
’φερα δῶ… ἐδῶ τά ’φερα!»
«Καὶ
πολὺ καλὰ ἔκανες, μπράβο σου!» εἶπε ὁ Πασαλάκουα. Καὶ τοῦ ’δωσε καὶ πεντακόσιες
λιρέτες, κι ἔπειτα ἤθελε νὰ τὸν πάρει μὲ τὸ ζόρι νὰ πᾶ’ νὰ πιοῦν κανὰ ποτήρι: «Ἄκου
λέει τρόμαξα!» τοῦ εἶπε· «Στ’ ἀστεῖα τὸ κάναμε! Ἄντε ἔλα, πᾶμε! Πᾶ’ νὰ
πιοῦμε καμιὰ γουλιά! Τὸ κρασὶ διώχνει τὶς σκέψεις!»
Μετάφραση;
Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου