Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ



JORGE LUIS BORGES


Ο ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ

Ένας από τους δύο δρόμους που διασταυρώνονται μπορεί να είναι η οδός Άνδεων ή η οδός Σαν Χουάν ή η οδός Βερμέχο· το ίδιο κάνει. Στο ασάλευτο σούρουπο ο Ιεζεκιήλ Ταβάρες περιμένει. Απ’ τη γωνία μπορεί –χωρίς ούτ’ ένας να το παίρνει είδηση– να παρακολουθεί την ανοιχτή πύλη της πολυκατοικίας, που απέχει μισό μόλις τετράγωνο πιο πέρα. Δεν είναι ανυπόμονος, αλλά κάτι φορές αλλάζει πεζοδρόμιο του και μπαίνει στο συνηθισμένο αλμασέν, όπου ο ίδιος υπάλληλος τού σερβίρει το ίδιο τζιν, που δεν του καίει το λαιμό και γι’ αυτό του αφήνει κάτι λίγα κέρματα πουρμπουάρ παραπάνω. Ύστερα ξαναγυρνάει στο πόστο του. Ξέρει ότι ο Τσένγκο δεν θ’ αργήσει και πολύ να βγει, ο Τσένγκο που τον έχει παρατήσει η Ματίλντε. Με το δεξί του χέρι χαϊδεύει τη λάμα του στιλέτου που ’χει κρυμμένο μες στο μανίκι τού σταυροκουμπωμένου σακακιού του. Πάει καιρός πια που δεν θυμάται τη γυναίκα· τον άλλο σκέφτεται μόνο. Και νιώθει τη σεμνή παρουσία των χαμόσπιτων: τα παράθυρα με τα κιγκλιδώματα, τις ταρατσόστεγες, τις μεσαυλές με τα πλακάκια ή το σκέτο χώμα. Ο άντρας εξακολουθεί να βλέπει τούτα τα πράγματα, τίποτ’ άλλο. Δεν το γνωρίζει, αλλά το Μπουένος Άιρες γύρω του μεγάλωσε σαν φυτό που κάνει θόρυβο. Δεν βλέπει –του απαγορεύεται να βλέπει– τα καινούργια σπίτια και τα μεγάλα αργοκούνητα λεωφορεία. Ο κόσμος πάει κι έρχεται κι αυτός δεν το γνωρίζει. Όπως επίσης δεν γνωρίζει ότι εδώ αυτός υφίσταται τιμωρία. Ξεχειλίζει από μίσος.

Σήμερα, δεκατρείς Ιουνίου χίλια εννιακόσια εβδομήντα επτά, ένα αιώνιο σούρουπο, τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του νεκρού μαχαιροβγάλτη Ιεζεκιήλ Ταβάρες, που καταδικάστηκε μέσα σε κάτι λίγα λεπτά του έτους χίλια οκτακόσια ενενήντα, χαϊδεύουν ένα στιλέτο που είναι αδύνατον να υπάρχει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου