Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ


ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ
 
(ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ "ΠΟΙΗΤΙΚΑ"

1. Έχει η μεταφρασμένη ποίηση σήμερα διαφορετική θέση στο λογοτεχνικό πεδίο από ό,τι στο παρελθόν; Επιτελεί τον ρόλο της σε επίπεδο διαλόγου που διαμορφώνει αισθητικά ρεύματα και τάσεις;
Και μόνο το ότι, ενώ συζητείται η μετάφραση της ποίησης, δεν μιλάμε ξεχωριστά, φέρ’ ειπείν, για «μετάφραση πεζογραφίας» ή για «μετάφραση φιλοσοφίας», φανερώνει την κατ’ αρχήν διαφορετικότητα των ποικίλων λογοτεχνικών ειδών ως προς τη μεταφραστική τους τύχη. Κατ’ ουσίαν δεν πρόκειται περί διαφορετικότητας, αλλά – για να θυμηθούμε τον πλατωνικό Θεαίτητο – περί «διαφορότητας», δηλαδή περί «ποιότητας της υπαρκτής και εντοπισμένης διαφοράς». Όντας η ποίηση όχι μόνο το αρχαιότερο, αλλά και το απαιτητικότερο και το πιο δουλεμένο είδος λόγου, κουβαλάει και στις μεταφραστικές της τύχες όλο το ηγεμονικό παρελθόν της. Η θέση της είναι, λοιπόν, διακριτή. Εννοείται ότι διαλέγεται με όλα τα είδη λόγου, μεταδίδοντάς τους σημεία και μηνύματα. Λαμβάνει, όμως, πλέον και αυτή ανάλογα σημεία και μηνύματα. Πρόκειται για μιαν αείρροη διαδικασία, μέσω της οποίας όχι μόνο προκύπτουν επιτελέσματα αισθητικού –όπως σωστά το τονίσατε– χαρακτήρα, αλλά και διαμορφώνονται νέες τάσεις στο λυρικώς λέγειν.
2. Μπορείς να αναφέρεις κάποιους εμβληματικούς για σένα μεταφραστές ποίησης που επέδρασαν αποφασιστικά στην εξέλιξη της ελληνικής ποίησης και με ποιο τρόπο έγινε αυτό;
Θα αναφέρω τον Ιάκωβο Πολυλά, τον Κωσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γιάννη Ρίτσο. Και ο όγκος και η ποιότητα του μεταφραστικού τους έργου διαμόρφωσαν και την ποίηση και τη γλώσσα μας. Σημειώνω, ωστόσο, ότι ο Διονύσιος Σολωμός δίδαξε στον Πολυλά (και εκείνος όλους τους κατοπινούς) τη σημασία του «είδους μιχτού, αλλά νόμιμου». Και ο Κώστας Καρυωτάκης, με το μικρό σε έκταση μεν, αλλά τεράστιο σε ποιότητα και αξία, μεταφραστικό του έργο πήγε αυτό το σολωμικό/πολυλαϊκό «in modo misto genuino» ένα βήμα παραπέρα και ένα μέτρο παραπάνω, καθώς μας προτείνει μεταφράσεις ποιημάτων του Χάινε και του Μπωντλαίρ που δεν είναι Nachdichtungen (δηλαδή συμπυκνωμένα μεταφράσματα/ποιήματα), αλλά Umdichtungen (δηλαδή ποιήματα που θυμίζουν το πρωτότυπο, καθώς από αφορμή κάποιου πρωτοτύπου συντέθηκαν, αλλά πρόκειται στην ουσία για περιελίξεις γύρω από το εκάστοτε πρωτότυπο, και για μεταποιήσεις, παναπεί πρόκειται για άλλα, νέα ποιήματα). Αυτό, άλλωστε, έκανε και ο Γκαίτε, όταν μετέφρασε ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα Γερμανικά. Η περίπτωση του Άρη Αλεξάνδρου είναι ξεχωριστή, διαφορετική και εμβληματική, καθώς αυτός δεν μεταφράζει μόνο ποίηση, αλλά όλα τα είδη λόγου. Το παράδειγμά του μας πηγαίνει στην αρχαιότητα: όπως ο Πλάτων μας διδάσκει ότι και η τραγωδία και η κωμωδία ανήκουν στην αρμοδιότητα όλων των δραματικών ποιητών, ο Αλεξάνδρου μας διδάσκει ότι η δουλειά του μεταφραστή λογοτεχνίας είναι η μετάφραση όλων των κειμενικών ειδών. Ας θυμηθούμε εδώ ένα υπέροχο ποίημά του: το «Αμετάφραστο». Εννοείται ότι σημαντικούς μεταφραστές τα γράμματά μας έχουν γνωρίσει και άλλους, πολλούς άλλους. Απλώς στάθηκα σε αυτά τα ονόματα, λαμβάνοντας υπόψη μου την μεγάλη λυρική τους τόλμη ως σκαπανέων.
3. Δικαιούνται άραγε να μεταφράζουν ποίηση όσοι δεν είναι ποιητές;
Παρ’ όλο που χαίρομαι ακούγοντας την ερώτησή σας, θα σας παρακαλέσω να με μη με κακίσετε, αγαπητή κ. Δημητρούλια, γι’ αυτό που θα πω. Μου ζητάτε να σχολιάσω μια πολύ δημοφιλή «ένσταση», που δεν είναι όμως τίποτε άλλο από ψευδερώτημα – για να μην πω ότι πρόκειται περί «nonsense». Ας μη είμαστε, επιτέλους τόσο «αιδήμονες», τόσο «ντροπαλοί» με τις λέξεις και τους όρους. Ποιητής δεν είναι, άραγε, όποιος ζει και διατρίβει στην ποίηση; Όπως το ότι κάποιος έχει εκδώσει δυο-τρεις ποιητικές συλλογές δεν αρκεί για να τον κάνει όντως ποιητή, έτσι ποιητής μπορεί να είναι και κάποιος που δεν έχει εκδώσει ούτε έναν στίχο, αλλά ξέρει να διαβάζει ποίηση, επειδή διαθέτει γνώση της ποιητικής και τη χρησιμοποιεί και πιο πέρα από τα φιλολογικά της συμπαρομαρτούντα. Επειδή δεν υπάρχει υπηρεσία απονομής επισήμων τίτλων, ο μεταφραστής της ποίησης γίνεται/είναι ποιητής αμέσως και αδιαμεσολάβητα, αρκεί να έχει παραγάγει το μετάφρασμά του με όλους τους κανόνες και τους τύπους της ποιητικής τέχνης.
4. Υπάρχουν θεμιτές και μη θεμιτές στρατηγικές στη μετάφραση της ποίησης;
Αν η μετάφραση είναι πόλεμος, τότε τα πάντα είναι θεμιτά! Ο μεταφραστής της ποίησης έχει ένα χρέος μόνο: να δώσει ένα μετάφρασμα ποιητικό. Το πώς θα το πετύχει ανήκει στη δέσμια και αποκλειστική αρμοδιότητά του. Αυτός είναι ο «στρατηγός», αυτός είναι όμως και ο «στρατιώτης», αλλά και οποιοσδήποτε άλλος ανήκει στην «επιμελητεία». Αυτός θα τα κάνει όλα, κι έτσι αυτός θα είναι ο νικητής ή ο ηττημένος: όλη η νίκη δική του, αλλά και όλη (η ενδεχόμενη) ήττα επίσης δική του. Τα «στρατηγήματα» στην ποίηση και στη μετάφρασή της κρίνω ότι δεν πρέπει να φαίνονται,… δεν πρέπει να καταδηλώνονται. Στην καλύτερη περίπτωση αρκεί ο υπαινιγμός, το πονηρό κλείσιμο του ματιού που μεταφράζεται σε ένα φιλικό «συνεννοηθήκαμε;» ανάμεσα στον μεταφραστή και στον ποιητή από τη μια, και ανάμεσα στον μεταφραστή και τον αναγνώστη από την άλλη. Η λιτότητα και η «εξοικονόμηση» κινήσεων και δράσεων χαρακτηρίζει τους καλούς πολεμιστές.
5. Έχει θέση η θεωρία της μετάφρασης στη μετάφραση της ποίησης;
Θα σας πω –συμπληρώνοντας έτσι όσα είπα παραπάνω– ότι θεωρία εν προκειμένω είναι η γνώση της ποιητικής. Όταν μεταφράζεις ποίηση, είναι προτιμότερο να κινείσαι με γνώση και άνεση στους λαβυρίνθους των σχημάτων λόγου και διανοίας που έχουν ντυθεί ποιητικά στη γλώσσα αφετηρίας, για να μπορέσεις να τους μεταφέρεις αβλαβώς και να ντύσεις στίχους με άλλα ρούχα (που θα είναι όμως όντως ενδύματα) στη γλώσσα αφίξεως, από το να καταγίνεσαι με το τι πρεσβεύει ο ένας και ο άλλος. Ο μεταφραστής της ποίησης γίνεται στην πράξη ο ίδιος θεωρητικός: αυτό που καταθέτει ως μετάφρασμα αποτελεί τη θεωρία του. Η μετάφραση (και της ποίησης) είναι έργον μεταφραστού, ο οποίος «φράζει» (δηλαδή «λέγει») με τον τρόπο του κάτι «μετά» (δηλαδή «ύστερα» και «αλλιώς»). Αυτός δε ο «τρόπος του» είναι μια μιμητική επανάληψη μέσα στον χρόνο – αυτή είναι η θεωρία του. Γι’ αυτό και υπάρχουν ισάριθμες μεταφραστικές θεωρίες με τους μεταφραστές. Αυτά εσείς, κ. Δημητρούλια, τα γνωρίζετε εξ ιδίων, επειδή καταγίνεσθε με τη μετάφραση επί τόσες δεκαετίες. Και βεβαίως γνωρίζετε ότι δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε δύο ίδιες μεταφράσεις του αυτού πρωτοτύπου, ακριβώς επειδή οι θεωρήσεις, ήτοι οι αναγνώσεις και ερμηνείες του πρωτοτύπου διαφέρουν από μεταφραστή σε μεταφραστή. Άλλο, βέβαια, είναι το να γνωρίζει ο μεταφραστής πώς «θεωρούν» οι άλλοι την ποίηση. Αυτό ίσως τον βοηθάει να επαναπροσανατολίζεται στην ίδια του τη θεωρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου