Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

ΠΑΛΑΙΑ ΠΟΛΗ




UMBERTO SABA


ΠΑΛΑΙΑ ΠΟΛΗ

Πολλές φορές γυρνώντας σπίτι μου
παίρνω μέσ’ απ’ την παλαιά πόλη έναν δρόμο θεοσκότεινο.
Κίτρινο, σε κάποια λούμπα, καθρεφτίζεται
ένα τυχαίο φανάρι, κι οι δρόμοι είναι πήχτρα στον κόσμο.

Εδώ, στον κόσμο ανάμεσα που πηγαινοέρχεται
απ’ την ταβέρνα στο σπίτι ή στο χαμαιτυπείο,
και όπου εμπορεύματα και άνθρωποι είναι ό,τι ξεμένει
σ’ έναν μεγάλο θαλάσσιο λιμένα,
εγώ ξαναβρίσκω, περνώντας, μέσα στην ταπεινότητα
να είναι το ίδιο το άπειρο.
Εδώ πόρνες και ναυτικοί, ο γέρος
που βλαστημάει, η γυναίκα που ξεκατινιάζεται,
ο τσάτσος αραχτός μπροστά
στην καντίνα,
η αναστατωμένη κοπελίτσα τρελή
από έρωτα –
και είναι όλοι τους της ζωής πλάσματα
και του πόνου·
σαλεύει μέσα τους, όπως και μέσα μου, ο Κύριος.

Συντροφιά εδώ εγώ με αυτούς τους ταπεινούς
αισθάνομαι τη σκέψη μου να γίνεται
πιο καθαρή όπου ο δρόμος είναι πιο βρόμικος.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου