Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ




PAUL VALÉRΥ


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Μια εσπέρα από απαράμιλλα ευνοημένη περιστέρια
αργά η παρθένα στο ηλιοφώς χτενίζει τα μαλλιά της.
Στα νούφαρα ένα από τ’ ακραία δάκτυλα του ποδιού της
προσφέρει, και τα χέρια της τ’ αβρά για να ζεστάνει,
στον ήλιο βρέχει κάποτε τα διαφανή τους ρόδα.
Αν, άλλοτε, το δέρμα της ριγεί από μιαν αθώα
βροχήν, είναι ο ασυλλόγιστος μιας σύριγγας ο λόγος,
αυλός, απ’ όπου ο ένοχος με δόντια όλο από σπάνια
πετράδια, βγάζει μια φτωχή πνοή από σκιά και ρέμβη
με το κρυφό φιλί που κάτω απ’ τ’ άνθη διακυβεύει.

Μια αδιάφορη σ’ αυτά τ’ αβρά παιχνίδια των δακρύων,
ούτε με ουδένα ρόδινο λόγο αποθεουμένη,
παίζοντας φωτοστέφανον η καλλονή στον ήλιο,
στα εξαίσια μάτια καθρεφτίζει, έκθαμβα απ’ το χρυσάφι
λυτής μιας κόμης όπου φεύγει ακόμη εκεί το μύρο,
το φως που μες στα διάφανα τα δάκτυλά της είδε!
… Στους νοτισμένους ώμους της ένα πεθαίνει φύλλο.
Μια στάλα μέσα στο νερό απ’ τον αυλό σταλάζει
και το λαμπρό πόδι της φρίσσει όπως ένα ωραίο
πουλί που εμέθυσε από σκιά…



Μετάφραση: Καίσαρ Εμμανουήλ.
Από το βιβλίο: Καίσαρ Εμμανουήλ, «Μεταφράσεις», Πρόσπερος, Αθήνα 1981, σ. 36.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου