Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020

1964



JORGE LUIS BORGES


1964

I
Δεν είναι ο κόσμος πλέον μαγικός. Σ’ έχουν αφήσει.
Και δεν θα μοιραστείς ξανά το καθαρό φεγγάρι
oύτε τους ράθυμους τους κήπους. Δεν υπάρχει χάρη
σελήνης που τα περασμένα δεν θα καθρεφτίσει –
μια μοναξιά κρυστάλλινη, και λοίσθιες ήλιων σφαίρες.
Αντίο αμοιβαίο των χεριών και των κροτάφων, πόνους
που’χε η αγάπη ζευγαρώσει. Σήμερα έχεις μόνους
συντρόφους σου πιστή τη μνήμη και έρημες τις μέρες.
Κανείς δεν χάνει (το επαναλαμβάνεις, πλην ματαίως)
παρά ό,τι δεν κατέχει και ούτε και ποτέ κατείχε,
μα και ποτέ δεν φτάνει νά ’σαι μόνο θαρραλέος,
την τέχνη για να μάθεις να ξεχνάς – πολύ θ’  απείχε.
Πες κάποιο σύμβολο, ένα ρόδο, κάτι: σ’ εξοντώνει·
και μια κιθάρα ακόμα ξέρει πώς να σε σκοτώνει.


II
Δεν θα γνωρίσω πια ευτυχία. Ίσως και να μην πειράζει.
Τόσα άλλα πράγματα έχει ο κόσμος· μια στιγμή ό,τι φέρει
πολύ βαθύτερο είναι από τη θάλασσα, διαφέρει
απ’ τα πελάγη. Σύντομος ο βίος και δεν μοιάζει
στις ώρες τις ατέλειωτα μακρές. Για να μας πάρει
ταρτάρειο θαύμα καρτερά, για να μας πάει στο τέλος:
ο θάνατος – τούτη η άλλη θάλασσα ώσπερ άλλο βέλος
που μας ελευθερώνει από τον ήλιο, απ’  το φεγγάρι,
από τον έρωτα. Η ευτυχία, που εσύ μου έχεις δώσει
και μου την ξαναπήρες, πρέπει πλέον να μη μείνει·
ό,τι ήταν παν να σβήσει πρέπει, τίποτα να γίνει.
Της λύπης μοναχά η χαρά μπορεί να με τονώσει,
ετούτη η μάταιη συνήθεια που όλο με τραβάει
στον Νότο, και σε πόρτα και φωνιά γνωστή με πάει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου