Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ ΤΟΥ ΟΦΕΩΣ



RENÉ CHAR


ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ ΤΟΥ ΟΦΕΩΣ

I
Τη θέρμη τραγουδάω στην όψη κάποιου νεογέννητου, την απέλπιδα θέρμη.

ΙΙ
Τώρα είναι η σειρά του ψωμιού να κόψει τον άνθρωπο, να είναι αυτό η ομορφιά στη χαραυγή της μέρας.

ΙΙΙ
Όποιος στηρίζεται στο ηλιοτρόπιο δεν θα διαλογιστεί στο σπίτι του. Της αγάπης όλοι οι στοχασμοί θα γίνουν στοχασμοί του.

IV
Στη θηλιά του χελιδονιού δουλεύει θύελλα, φτιάχνεται κήπος.

V
Και πάντα θα υπάρχει μια σταγόνα νερό να διαρκεί περισσότερο απ’ τον ήλιο, δίχως να συγκλονζεται μάλιστα το δικό του βασίλεμα.

VI
Να παράγεις ό,τι πάει να κρατήσει κρυφό η γνώση, τη δε γνώση σε εκατό εδάφια.

VII
Ό,τι έρχεται στον κόσμο χωρίς να ενοχλεί και ν’ αναστατώνει τίποτα, ούτε την προσοχή αξίζει ούτε την υπομονή μας.

VIII
Πόσο θα κρατήσει τούτη η έλλειψη του ανθρώπου που πεθαίνει στο κέντρο τής δημιουργίας, επειδή η ίδια η δημιουργία τον έστειλε εξορία;

IX
Κάθε σπίτι και εποχή. Κι έτσι η πόλη επαναλάμβανε τον εαυτό της. Όλοι οι κάτοικοι μαζί δεν γνώριζαν παρά μόνο τον χειμώνα, παρ’ όλο που είχανε σάρκα θερμή, παρ’ όλο που η μέρα δεν έλεγε να φύγει.

X
Μες στη βαθιά-βαθιά σου ουσία είσαι σταθερά ποιητής, είσαι σταθερά στο ζενίθ του έρωτά σου, είσαι σταθερά λαίμαργος για αλήθεια και δικαιοσύνη. Πρόκειται αναμφίβολα γι’ αναγκαίο κακό, που δεν μπορείς να είσαι τόσο επίμονα επιμελής μέσα στη συνείδησή σου.

XI
Από την μη υφιστάμενη ψυχή θα κάνεις κάποιον άνθρωπο καλύτερο από εκείνην.

XII
Κοίτα την επίφοβη εικόνα όπου λούζεται η πατρίδα σου, τούτη τη χαρά που χρόνια και χρόνια σού έχει διαφύγει.

XIII
Πάμπολλοι είναι όσοι περιμένουν πως ο ύφαλος θα τους κρατήσει ζωντανούς, για να τους καταστήσει βέβαιους, για να τους ορίσει.

XIV
Να ευγνωμονείς όποιον δεν νοιάζεται για τις τύψεις σου. Είναι ό,τι ακριβώς κι εσύ.

XV
Τα δάκρυα προσβάλλουν όποιον τα εμπιστεύεται.

XVI
Απομένει ένα υπολογίσιμο βάθος εκεί όπου η άμμος βάζει στονν ζυγό της τη μοίρα.

XVII
Αγάπη μου, δεν έχει και πολλή σημασία το ότι γεννήθηκα: εσύ θα είσαι ορατή στο μέρος εκείνο όπου εγώ θα εξαφανίζομαι.

XVIII
Να μπορείς να περπατάς χωρίς να εξαπατάς το πουλί, από την καρδιά του δέντρου ίσαμε του καρπού την έκσταση.

XIX
Ό,τι σε υποδέχεται με ευχαρίστηση δεν είναι παρ’ απλώς η μισθοφορική ευγνωμοσύνη της ανάμνησης. Η παρουσία που επέλεξες δεν σου εξασφαλίζει αποχαιρετισμούς και αντίο.

XX
Να σκύβεις μόνο όταν αγαπάς. Κι αν πεθάνεις, αγαπάς και τότε ακόμα.

XXI
Τα σκοτάδια όπου είσαι βουτηγμένος κυβερνώνται από τη λαγνεία της ηλιακής σου βύθισης.

XXII
Αγνόησε τα μάτια όσων περνούν για νά ’ναι μόνο λίγο χρώμα πάνω στη βασανισμένη ράχη της γης. Άσ’ τους να παραπαίουν στις μακρόσυρτες παραστάσεις τους. Το μελανί της τσιμπίδας και η πορφύρα του σύννεφου δεν είναι παρά ένα πράγμα μόνο – ένα.

XXIII
Είναι ανάξιο του ποιητή να μπερδεύει και να ζαλίζει τον αμνό, να επενδύει στο μαλλί του.

XXIV
Αν κατοικούμε μι’ αστραπή, είναι η καρδιά της αιωνιότητας.

XXV
Τί μπορώ να κάνω εγώ για σας, μάτια, που πιστεύετε ότι επινοήσατε την ημέρα, ότι ξυπνήσατε τον άνεμο; Εγώ είμαι η λησμονιά.

XXVI
Η ποίηση είναι εκείνο απ’ όλα τα καθαρά νερά που χρονοτριβεί λιγότερο στην αντανάκλαση των γεφυριών του.
  Ποίηση, μέλλουσα ζωή εντός του ανθρώπου που έχει αποκτήσει νέες ιδιότητες.

XXVII
Ένα ρόδο για το ότι βρέχει. Ύστερα από χρόνια και χρόνια αμέτρητα τούτο είναι η δική σου επιθυμία.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου