Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΟΙ ΛΕΙΧΗΝΕΣ




RENÉ CHAR


ΟΙ ΛΕΙΧΗΝΕΣ

Περπατούσα στα λοφάκια ανάμεσα μιας γης καθαρής – απόκρυφες οι ανάσες, τα φυτά αμνήμονα. Το βουνό υψωνότανε, φιάλη πεπληρωμένη σκιόφωτος που έσφιγγε κάποια στιγμή απ’ ολούθε τα έργα της δίψας. Τα ίχνη μου εχάνονταν, η ύπαρξή μου. Η όψη σου εσένα εγλίστραγε κατρακυλώντας μπρος στα μάτια μου. Δεν ήταν παρά ένα στίγμα καθώς αναζητούσα τη μέλισσα που θα την έκανε άνθος και θα την έλεγε ον έμβιο, ολοζώντανο. Προς τον χωρισμό βαδίζαμε, κατά ’κεί πηγαίναμε. Εσύ θα έμενες στο οροπέδιο των αρωμάτων κι εγώ θα τρύπωνα στον κήπο του κενού. Εκεί, υπό την επιστασία των βράχων και μες στην πλησμονή του ανέμου, θα ζήταγα απ’ την ατόφυα νύχτα να διαθέσει ένα κομμάτι του ύπνου μου για ν’ αβγατίσει την ευτυχία σου. Και όλοι, μα όλοι οι καρποί κτήμα θα ήσαν έπειτα δικό σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου