Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

ΠΟΙΗΜΑ




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


ΠΟΙΗΜΑ

Πρώτα είδα την παράδεισο, ύστερα την κρίση
και τελευταία την κόλαση. Όνειρα και τα τρία.
Την κρίση την έγραψα εξ αρχής, είναι προσωπική
και δεν παραπλανώ κανέναν. Όμως και τ’ άλλα δύο
είναι γνωστά και ακούγονται πλέον τετριμμένα.
(Ας μην πω: κοινότοπα.) Η κόλαση αντιστοιχεί
με το πρόσωπο αλλά και την εποχή του. Ποτέ
δεν θά ’λεγα για την παράδεισο άμα δεν έβλεπα και τ’ άλλα.

Όπως φαντάζονται, είναι φτιαγμένη από χρυσόλευκο
φως. Περνάς μέσα ’πο μια πύρινη, τεράστια σπείρα. 
Μια σκέψη μόνο και τη χάνεις, απέρχεται μεμιάς.
Στη θέση της, τρεις αράδες που έμοιαζαν ελληνικά
γιατί δεν μπόρεσα να τις διαβάσω, τραβήχτηκαν
κι αυτές γοργά, καταμεσής στον έναστρο ουρανό.

         ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Κι είδα πως ήμουν γυναίκα. Και πως τα χέρια μου ήταν δεμένα με ασήμαντες ασχολίες. Μα έκανα υπομονή κι είχα το νού μου μακρυά. Και περιμάζεψα μιαν άλλη γυναίκα, τη φρόντισα και την αγάπησα. Όμως όταν δικάστηκα αυτή, αθώα και μωρή, είπε μπροστά στο δικαστήριο πως την αγάπησα και πως θα την παντρευόμουν και θα κάναμε παιδιά. Τότε όλοι εκεί μέσα κοιτάχτηκαν πονηρά κι άρχισαν τα ειρωνικά επιφωνήματα. Ένας αράπης πλατάγιζε τη γλώσσα του κι έκανε : α λα λα λα λα… Άλλος χαμογέλαγε με νόημα, άλλος μούγκριζε κι όλοι το διασκέδαζαν. Και το πρόσωπό μου είχε γίνει μια άσπρη επίπεδη μάσκα με ζωγραφιστά τα σημεία του πανικού και της ανημποριάς. Δύο μεγάλοι κύκλοι για μάτια κι η γλώσσα μου έβγαινε από το στόμα ωσάν την ύστατη ντροπή. Ξύπνησα πριν ακούσω την ετυμηγορία, ελπίζοντας επιείκεια.

                 -------------------

Αμέτρητα γκρίζα μηχανήματα ολόγυρα
στη βάση ενός γυμνού, θά ’λεγες τεχνητού όρους.
Μια ράγα περιβάλλει το γιγάντιο εργοτάξιο.
Πάνω σε βαγονέτα, οι επισκέπτες όρθιοι
παίρνουνε μια ιδέα του πώς λειτουργεί το σύστημα.
Εκεί όλα γίνονται απλά και μεθοδικά.
Καμμιά σχέση με την αγωνία της κρίσης. Το μόνο,
οι έμπειροι εργάτες παρατηρούν κάθε τόσο
το ενδιαφέρον, μοναδικό θέαμα μιας ψυχής
στην τέλεια μορφή της λίγο πριν την εξάχνωση,
’κει που λαμπαδιάζει. Εφιστούν την προσοχή σε όλους
που περνάνε από ’κει. Στο τέλος της περιήγησης
το πλήθος στριμώχνεται μπροστά σε μια μεγάλη πόρτα.
Κάπου εκεί, είδα και της γης τα κρικέλια. (Ίσως μια σκέψη
που πρόσθεσα στην πορεία.) Δυο τρύπες μεγάλες
τόσο, που να χωράει κι ελέφαντας, φτιαγμένες
κολλητά κι αυλακωμένες με τέχνη στην κορυφή
ενός τρανού, κάθετου βράχου.

Μετά ’π’ όλα τούτα μια υπόσχεση ηρεμίας
αντηχεί κάπου βαθιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου