Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

ΑΛΙΜΟΝΟ, ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΤΡΕΨΩ




FRANCESCO PETRARCA


ΑΛΙΜΟΝΟ, ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΤΡΕΨΩ

Αλίμονο, δεν ξέρω την ελπίδα πού να στρέψω
που τόσες πια φορές προδώσει μ’ έχει και πλανέσει:
κι αν δεν σταθεί ποτέ άνθρωπος για να με συμπονέσει,
προς τί ικεσίες μου ξανά στον ουρανό να πέψω;
Αν, όμως, μου συμβεί τη χάρη νά ’χω να τελέψω
(πριν απ’ το τέλος μου, προτού πεθάνω)
τις άθλιες ρίμες τούτες ’δώ που φτιάνω,
ο Κύριός μου θα ευαρεστηθεί, κι ας του γυρέψω
μια μέρα ελεύθερος να πω στους κάμπους και στα όρη
τα λόγια αυτά: Drez et rayson es qu’ieu ciant e ’m demori

Σωστό είναι τον ποιητικό ν’ αφήσω που ’χω τόνο
ν’ ανέβει, να υψωθεί, μιας και για χρόνια αναστενάζω:
πλην πώς ν’ αρχίσω, πώς; Στους στίχους πρέπει να διατάζω
το γέλιο της να μπαίνει αντίβαρο γλυκό στον πόνο.
Μα αν μπόραγα χαρά να δώσω με τις ρίμες μόνο
στα μάτια, στ’ άγια βλέμματα της Δόννας,
θα μ’ έκανεν ο λυρικός μου αγώνας
τον πιο ευτυχή των εραστών που ζήσαν μες στον χρόνο.
Και θά ’μουν όλβιος, αν η Μούσα μου ευμενώς εξήρε
τα λόγια αυτά: Donna mi priegha, per chio voglio dire.

Ω πλάνες σκέψεις, ω, που βήμα-βήμα και με τάξη
σε στοχασμούς ψηλούς με πάτε με ύφος εξημμένο!
Αλλά της Δόννας η καρδιά έχει σμάλτο δουλεμένο
περιβληθεί, και με αγνοεί με τη σκληρή της φτιάξη.
Ποτέ δεν καταδέχτηκε στον κόσμο να κοιτάξει,
της λύρας μου τον λόγο να εκτιμήσει·
μα και οι ουρανοί την ίδια τρέφουν κρίση,
κι όσο κι αν αγωνίζομαι τίποτα δεν θ’ αλλάξει.
Γι’ αυτό κι εγώ καρδιά έχω ανάλγητη και βλέμμα άσπρο,
κι έτσι θα πω: così nel mio parlar voglio esser aspro.

Μα τί ’ν’ αυτά που λέω; Πού είμαι; Αυτός που μ’ εμποδίζει
και με πλανεύει, οι υπερβολές μου είναι – πέρα ώς πέρα.
Γιατί αν σκεφτώ αίφνης τώρα τ’ ουρανού την κάθε σφαίρα,
κανένα την καρδιά μου αστέρι του δεν βασανίζει.
Κι αν θνητό ένα βέλο τη ματιά μου συσκοτίζει,
των άστρων νά ’ν’ το λάθος, ή η ευθύνη
το κάλλος της θα πρέπει να βαρύνει;
Μιά έγνοια μέρα-νύχτα το μυαλό μού τριβελίζει
και χαίρεται που δυστυχώ τον νού μου σκάβε-σκάβε
αδιάλειπτα: la dolce vista e ’l bel guardo soave.

Τα πράγματα όλα που κοσμούν τον κόσμο τον πλασμένο
εφτιάχτηκαν καλά απ’ το χέρι του αιώνιου δημιουργού τους.
Κι αν απορώ, στη δίνη ζαλισμένος του ρυθμού τους
και απ’ την ομορφιά, είν’ γιατί δεν τα καταλαβαίνω.
Αληθινή αίγλη αναζητώ με μάτι διψασμένο·
το φως μου ωστόσο δεν θα δει το τέρμα –
μου λείπει η σιγουριά, δεν έχω το έρμα.
Το λάθος είναι αρχαίο και είναι αρχήθεν καμωμένο·
δεν έγινε σαν την πρωτόδα αγγελική και είπα Άντε
κι εσύ να μπεις nel dolce tempo de la prima etade.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


************************


LASSO ME, CH’I’ NON SO IN QUAL PARTE PIEGHI

Lasso me, ch’i’ non so in qual parte pieghi
la speme, ch’è tradita omai più volte:
che se non è chi con pietà m’ascolte,
perché sparger al ciel sí spessi preghi?
Ma s’egli aven ch’anchor non mi si nieghi
finir anzi ’l mio fine
queste voci meschine,
non gravi al mio signor perch’io il ripreghi
di dir libero un dí tra l’erba e i fiori:
Drez et rayson es qu’ieu ciant e ’m demori.

Ragione è ben ch’alcuna volta io canti,
però ch’ò sospirato sí gran tempo
che mai non incomincio assai per tempo
per adequar col riso i dolor’ tanti.
Et s’io potesse far ch’agli occhi santi
porgesse alcun dilecto
qualche dolce mio detto,
o me beato sopra gli altri amanti!
Ma piú quand’io dirò senza mentire:
Donna mi priegha, per ch’io voglio dire.

Vaghi pensier’ che cosí passo passo
scorto m’avete a ragionar tant’alto,
vedete che madonna à ’l cor di smalto,
sí forte ch’io per me dentro nol passo.
Ella non degna di mirar sí basso
che di nostre parole
curi, ché ’l ciel non vòle,
al qual pur contrastando i’ son già lasso:
onde, come nel cor m’induro e n’aspro,
così nel mio parlar voglio esser aspro.

Che parlo? o dove sono? e chi m’inganna,
altri ch’io stesso e ’l desïar soverchio?
Già s’i’trascorro il ciel di cerchio in cerchio,
nessun pianeta a pianger mi condanna.
Se mortal velo il mio veder appanna,
che colpa è de le stelle,
o de le cose belle?
Meco si sta chi dí et notte m’affanna,
poi che del suo piacer mi fe’ gir grave
la dolce vista e ’l bel guardo soave.

Tutte le cose, di che ’l mondo è adorno
uscïr buone de man del mastro eterno;
ma me, che cosí adentro non discerno,
abbaglia il bel che mi si mostra intorno;
et s’al vero splendor già mai ritorno,
l’occhio non po’ star fermo,
cosí l’à fatto infermo
pur la sua propria colpa, et non quel giorno
ch’i’ volsi inver’ l’angelica beltade
nel dolce tempo de la prima etade.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου