Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΣΕ ΑΛΛΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΥΨΟΣ ΣΕ ΑΛΛΟ ΥΨΟΣ





FRANCESCO PETRARCA


ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΣΕ ΑΛΛΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΥΨΟΣ ΣΕ ΑΛΛΟ ΥΨΟΣ

Από μιά σκέψη σε άλλη σκέψη και από ύψος σε άλλο ύψος
με πάει ο Έρως. Δρόμοι κι άλλοι δρόμοι και στενά δρομάκια
ποτέ δεν θα με βγάλουν στου μυαλού μου την ειρήνη.
Αν βρω έρημο γιαλό ή αν σε ποταμό ή σε ρυάκι σκύψω
(σε σκιερή κοιλάδα, ανάμεσα σε δυό λοφάκια)
νερό να πιώ, σε τούτο το άσυλο η ψυχή μου ας μείνει –
και εκεί, ο Έρως όπως θα την κατευθύνει,
με γέλια ή κλάματα, θα νιώθει φόβο ή ασφάλεια τάχα·
η δε όψη μου, που την ψυχή μου ακούει και πιστεύει,
είτε είναι σκυθρωπή είτε γαληνεύει,
μες στην κατάστασή της μένει μιά στιγμή μονάχα.
Αυτός που ξέρει πώς τα φέρνει η ζωή και πώς τα κάνει
θα μου πει από έρωτα ότι φλέγομαι, και ζω στην πλάνη.

Μες στ’ άγρια δάση, στα πανύψηλα όρη θα μερέψει
ο νους μου, θα ξεκουραστεί λιγάκι, ενώ τα μέρη
που μένουν άνθρωποι, θανάσιμοί μου εχθροί έχουν γίνει.
Σε κάθε βήμα μου γεννιέται και καινούργια σκέψη
για την Κυρά μου, που καμμιά φορά χαράς αγέρι
τους πόνους κάνει και όσα βάσανα τραβώ για Εκείνη.
Αχ, αν υπήρχε κάτι που να σβήνει
τον παιδεμό, ετούτη ’δώ η γλυκόπικρη ζωή μου αλλάξει
θά ’χε ίσως. Και ας το πω: μπορεί ο Έρωτας να μου φυλάει
καλύτερους καιρούς· κι αν με πονάει,
απ’ το άλγος μου καλό για κάποιον άλλον ίσως φτιάξει.
Τη σκέψη αυτή, όποτε τυχόν την κάνω, αναστενάζω.
Αλήθεια, αχ, νά ’ναι; Ή όχι; Ή μήπως πράγματα εκβιάζω;

Εκεί όπου ρίχνει πεύκο θεόρατο ή ραχούλα ίσκιο,
εκεί θα μείνω, και το πρόσωπό της το ωραίο
στην πρώτη πάντα πέτρα, που θα δω, θα ζωγραφίσω.
Μα σαν ξαναγυρνώ στα συγκαλά μου, τότε βρίσκω
το στήθος μου απ’ το κλάμα μουσκεμένο, οπότε λέω:
«Αλί μου, πού ’μαι ’γώ, και πού ’χει μείνει Εκείνη πίσω;»
Τον νου μου αδυνατώ να συγκρατήσω
στην πρώτη σκέψη: έχει να συγκεντρώνεται ξεμάθει.
Εκείνη ελπίζω πως θα δω, κι εμένα να ξεχάσω.
Πώς θά ’θελα, αχ!, στον Έρωτα να μοιάσω
που μου πληγώνεται η ψυχή για τα δικά του λάθη!
Παντού ’ναι η Δόννα – καλλονή που εδώ παντούθε φτάνει:
και μόνο αυτό ζητώ: ποτέ μη σβήσει ετούτη η πλάνη!

Πιστέψτε με, την έχω τόσες δει φορές! Την είδα
σε χόρτα πράσινα, σε καθαρά νερά, και σε όρη,
με σάρκα και οστά, σε οξιάς κορμό ή και να τη ντύνει
κάποιο άσπρο σύννεφο, τόσο όμορφη, που και η Λήδα
θα ομολογούσε πως τής νικάει τη δική της κόρη
που είναι άστρο μεν, μα που ο ήλιος με το φως του τής το σβήνει.
Κι ο δρόμος μου αν με φέρει –ναι– για Εκείνη
σε απρόσιτους γιαλούς ή σ’ ερημιές, εκεί διαβάζω
τις σκέψεις μου να τη θαυμάζουν πιο πολύ απ’ τη φύση.
Μα σαν θα ρθεί η αλήθεια να διαλύσει
την πλάνη εκείνη τη γλυκιά, στον τόπο αυτόν βουλιάζω
(σαν πέτρες δυό: μιά ζωντανή και μιά νεκρή) σε τάφο
που ’ν’ παγωμένος – και θρηνώ, και σκέπτομαι, και γράφω.

Από ’κεί που ίσκιοι από βουνά άλλα δεν μπορούν βουνά να
σκεπάσουν (: στις ψηλές κορφές που πάντα θά ’χω φτάσει,
μιας και στα κορφοβούνια με τραβάν τα βήματά μου)
από ’κεί πάνω πιάνω και τα πλάνα μου τα πλάνα
ελέγχω, και μετρώ όχι τί κερδίσει, μα τί χάσει
έχω, όποτε του πόνου νέφη σκιάζουν την καρδιά μου.
Και βλέπω πεντακάθαρα μπροστά μου
ποιά απόσταση από τη γλυκιά της όψη με χωρίζει,
που, όντας κάτι διπλανό, είναι τόσο μακρινό μου.
Και λέω ψιθυριστά στον εαυτό μου:
«Δεν ξέρεις τίποτα. Ίσως κάπου η Δόννα σου ελπίζει
κοντά της νά ’σαι. Μα δεν είσαι, και γι’ αυτό στενάζει.»
Στη σκέψη ξανασαίνω και μου φεύγει το μαράζι.

Ωδή μου εσύ, σε τούτες ’δώ τις Άλπεις,
εκεί που ο αίθριος ακτινοβολεί ουρανός γαλήνη,
θα με ξανάβρεις, δίπλα σε μιά ολόδροσην ανάβρα
ν’ ακούω τ’ αρώματα που φέρνει η αύρα
απ’ τον δαφνώνα τον καλό, στον νου να μού τα χύνει.
Εκεί είναι μου η καρδιά με Αυτήν που μου την έχει κλέψει.
Εδώ, το βλέπεις, είμαι εγώ. (Μα ποιός να το πιστέψει;...)



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


*****************


DI PENSIER IN PENSIER, DI MONTE IN MONTE

Di pensier in pensier, di monte in monte
mi guida Amor, ch' ogni segnato calle
provo contrario a la tranquilla vita.
Se 'n solitaria piaggia, rivo o fonte,
se 'n fra duo poggi siede ombrosa valle,
ivi s' acqueta l' alma sbigottita;
et come Amor l' envita,
or ride, or piange, or teme, or s' assecura;
e 'l volto che lei segue ov' ella il mena
si turba et rasserena,
et in un esser picciol tempo dura;
onde a la vista huom di tal vista experto
diria: Questi arde, et di suo stato è incerto.

Per alti monti et per selve aspre trovo
qualche riposo: ogni habitato loco
è nemico mortal degli occhi miei.
A ciascun passo nasce un penser novo
de la mia donna, che sovente in gioco
gira 'l tormento ch' i' porto per lei;
et a pena vorrei
cangiar questo mio viver dolce amaro,
ch' i' dico: Forse anchor ti serva Amore
ad un tempo migliore;
forse, a te stesso vile, altrui se' caro.
Et in questa trapasso sospirando:
Or porrebbe esser vero? or come? or quando?

Ove porge ombra un pino alto od un colle
talor m' arresto, et pur nel primo sasso
disegno co la mente il suo bel viso.
Poi ch' a me torno, trovo il petto molle
de la pietate; et alor dico: Ahi lasso,
dove se' giunto! et onde se' diviso!
Ma mentre tener fiso
posso al primo pensier la mente vaga,
et mirar lei, et oblïar me stesso,
sento Amor sí da presso,
che del suo proprio error l' alma s' appaga:
in tante parti et sí bella la veggio,
che se l' error durasse, altro non cheggio.

I' l' ò piú volte (or chi fia che me 'l creda?)
ne l' acqua chiara et sopra l' erba verde
veduto viva, et nel tronchon d' un faggio
e 'n bianca nube, sí fatta che Leda
avria ben detto che sua figlia perde,
come stella che 'l sol copre col raggio;
et quanto in piú selvaggio
loco mi trovo e 'n piú deserto lido,
tanto piú bella il mio pensier l' adombra.
Poi quando il vero sgombra
quel dolce error, pur lí medesmo assido
me freddo, pietra morta in pietra viva,
in guisa d' uom che pensi et pianga et scriva.

Ove d' altra montagna ombra non tocchi,
verso 'l maggiore e 'l piú expedito giogo
tirar mi suol un desiderio intenso;
indi i miei danni a misurar cogli occhi
comincio, e 'ntanto lagrimando sfogo
di dolorosa nebbia il cor condenso,
alor ch' i' miro et penso
quanta aria dal bel viso mi diparte
che sempre m' è sí presso et sí lontano.
Poscia fra me pian piano:
Che sai tu, lasso? forse in quella parte
or di tua lontananza si sospira.
Et in questo penser l' alma respira.

Canzone, oltra quell' alpe
là dove il ciel è piú sereno et lieto
mi rivedrai sovra un ruscel corrente,
ove l' aura si sente
d' un fresco et odorifero laureto.
Ivi è 'l mio cor, et quella che 'l m' invola;
qui veder pôi l' imagine mia sola.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου