Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΕΚΟΜΟΥΝ ΜΙΑΝ ΗΜΕΡΑ ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ







FRANCESCO PETRARCA

ΣΤΕΚΟΜΟΥΝ ΜΙΑΝ ΗΜΕΡΑ ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ

Στεκόμουν μιαν ημέρα μόνος στο παράθυρό μου
και τήραγα τα πράγματα σε νέα ποικιλία·
μα απ’ το πολύ που τα κοιτούσα, μου εκουράστη το όμμα.
Έν’ άγριο πλάσμα, ανήμερο, είδα στο δεξί πλευρό μου –
μια καλλονή που θ’ άναβε ίσως έρωτα στον Δία·
δυό σκύλοι (μαύρος και άσπρος) την κυνήγαγαν, κι ακόμα
ολόκληρο δαγκώνανε το σώμα
του ωραίου και ευγενούς θηρίου από παντού, τριγύρα·
μου εφάνηκε, σε λίγην ώρα, πως το είχαν σύρει
σε καλντερίμι μέσα, οπού ’χε γείρει
το κάλλος του στον θάνατο… – και τί να κάμει η λύρα;…
Αναστενάζω και πονώ για τη σκληρή τη μοίρα.

Μετά, στην ανοιχτή είδα θάλασσα ένα πλοίο· μαύρα
μεταξωτά είχε ξάρτια· χρυσαφιά είταν τα πανιά του·
με φίλντισι είτανε παντού και μ’ έβενο ντυμένο·
η θάλασσα γαλήνη· και γλυκιά, αβρότατη η αύρα·
και νέφος, τ’ ουρανού δεν έσκιαζε την ξαστεριά του·
και θησαυρό πολύ είχε το καράβι φορτωμένο.
Μα ξαφνικό μπουρίνι ξαναμμένο
εθόλωσε του αέρος και της θάλασσας τα βάθη,
και το πλεούμενο έστειλε να συντριβεί σε βράχο –
και θλίψη εγώ μες στην καρδιά μου νά ’χω!
Συντρίμμια εγίνη χίλια· κι έχω μέσα μου το αγκάθι,
το πλούτος μου κι ο θησαυρός για πάντα πως εχάθη.

Σε δάσος δροσερό άνθιζε κατάφορτη λουλούδια
μια δάφνη νεαρή και ωραία. Θαύμαζα τις κλάρες
του θάμνου με τα εγκόσμιας Εδέμ γλυκά της κάλλη,
κι απ’ τη σκϊά του βγαίναν τόσα αλάλητα τραγούδια
πουλιών ποικίλων με ηδονές και τόσες άλλες χάρες,
που από τον κόσμο ετούτον που πατάμε με είχαν βγάλει.
Κι ενώ τον θάμνο εκοίταγα και πάλι,
εγίνηκε η όψη τ’ ουρανού μαβιά, σκοτεινιασμένη,
και κεραυνός τον χτύπησε βαρύς, οπότε οι ρίζες
σκιστήκαν του καλού φυτού σε σχίζες
και βγήκαν έξω από το χώμα! Ζωή έχω πικραμένη,
γιατί ξανά τέτοια δαφνοσκϊά ποτέ δεν ξαναβγαίνει!

Διαυγής πηγή, διαυγέστατη σ’ εκείνο το δασάκι
εφλίφλιζε γλυκά, και τα νερά με δροσεράδα
και με λιανό μουρμουρητό πετάγονταν, κυλάγαν·
απόμερο το μέρος, μυστικών σκϊάσεων ράκη
το κρύβαν· άνθρωπος κανείς, ψυχή – όχι! Στην αράδα
μονάχα νύμφες, μούσες προβέλναν και τραγουδάγαν.
Σ’ ένα λιθάρι εκάθησα. Όντας άγαν
από το γλύκος και τις μουσικές συνεπαρμένος,
μα κι απ’ τη θέα γύρω, χάσμα μέγα είδα να ανοίγει
και μέσα του τα πάντα εκεί να πνίγει:
τον τόπο, την πηγή. Και μ’ άφησε νά ’μαι θλιμμένος,
της σκέψης και των αναμνήσεων ο πονεμένος.

Ωραίον φοίνικα σαν είδα (με τα δυό φτερά του
από πορφύρα, την κεφαλή του από χρυσάφι)
περήφανον να περπατά, σαν νά ’βγε να χορέψει,
την όψη ενόμιζα πως βλέπω ουράνιας και αθανάτου
μορφής· στης δάφνης πήγε τα ξεριζωμένα εδάφη
που την πηγή είχαν καταπιεί και τον δρυμό χωνέψει.
Η ζωή πετά – πετάει ώς να τελέψει!
Ο φοίνικας, θωρώντας δάφνης φύλλα σκορπισμένα
και την πηγή ξερή, τον θάμνο δίχως τον κορμό του,
το ράμφος του έστρεψε στον εαυτό του
με περιφρόνηση, κι εχάθη με φτερά απλωμένα
στα πάθη της καρδιάς, τα από οίκτο κι έρωτα καμένα.

Στο τέλος, μες στα τόσα χόρτα και λουλούδια, ω, πλάσμα
υπέρκομψο, μια Δόννα επάταγε χαριτωμένη.
Και φλέγομαι όποτε τη θυμηθώ, σαν τώρα πάλι:
σεμνή μεν, μα υπερήφανη μπρος στου Έρωτα το φάσμα,
λεπτή φορούσε εσθήτα, πάλλευκη, απαλοπλεγμένη –
από χρυσό και χιόνι θά ’λεγες την είχαν βγάλει·
πλην τον λαιμό της και όλο το κεφάλι
ομίχλης μπλάβο σύννεφο τής τά ’χαν αμαυρύνει.
Μετά, ένα τής εδάγκωσε φιδάκι… ένα μαμούδι…
τη φτέρνα, κι εμαράθη σα λουλούδι·
μα πέθανε ευτυχής, κι εσβήστη στη βαθιάν ειρήνη.
Μονάχα ο θρήνος ζει στον κόσμο και ποτέ, αχ, δεν σβήνει!

Και τώρα πια έχεις το δικαίωμα να λες, ωδή μου:
«Οράματα του Ποιητή είν’ τούτα όλα, και τα βλέπει,
γιατί ποθεί στου θάνατου να στεγαστεί τη σκέπη».



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


**************************

STANDOMI UN GIORNO SOLO A L FENESTRA

Standomi un giorno solo a la fenestra,
onde cose vedea tante, et sí nove,
ch’era sol di mirar quasi già stancho,
una fera m’apparve da man destra,
con fronte humana, da far arder Giove,
cacciata da duo veltri, un nero, un biancho;
che l’un et l’altro fiancho
de la fera gentil mordean sí forte,
che ’n poco tempo la menaro al passo
ove, chiusa in un sasso,
vinse molta bellezza acerba morte:
et mi fe’ sospirar sua dura sorte.

Indi per alto mar vidi una nave,
con le sarte di seta, et d’òr la vela,
tutta d’avorio et d’ebeno contesta;
e ’l mar tranquillo, et l’aura era soave,
e ’l ciel qual è se nulla nube il vela,
ella carca di ricca merce honesta:
poi repente tempesta
orïental turbò sí l’aere et l’onde,
che la nave percosse ad uno scoglio.
O che grave cordoglio!
Breve hora oppresse, et poco spatio asconde,
l’alte ricchezze a nul’altre seconde.

In un boschetto novo, i rami santi
fiorian d’un lauro giovenetto et schietto,
ch’un delli arbor’ parea di paradiso;
et di sua ombra uscian sí dolci canti
di vari augelli, et tant’altro diletto,
che dal mondo m’avean tutto diviso;
et mirandol io fiso,
cangiossi ’l cielo intorno, et tinto in vista,
folgorando ’l percosse, et da radice
quella pianta felice
súbito svelse: onde mia vita è trista,
ché simile ombra mai non si racquista.

Chiara fontana in quel medesmo bosco
sorgea d’un sasso, et acque fresche et dolci
spargea, soavemente mormorando;
al bel seggio, riposto, ombroso et fosco,
né pastori appressavan né bifolci,
ma ninphe et muse a quel tenor cantando:
ivi m’assisi; et quando
piú dolcezza prendea di tal concento
et di tal vista, aprir vidi uno speco,
et portarsene seco
la fonte e ’l loco: ond’anchor doglia sento,
et sol de la memoria mi sgomento.

Una strania fenice, ambedue l’ale
di porpora vestita, e ’l capo d’oro,
vedendo per la selva altera et sola,
veder forma celeste et immortale
prima pensai, fin ch’a lo svelto alloro
giunse, et al fonte che la terra invola:
ogni cosa al fin vola;
ché, mirando le frondi a terra sparse,
e ’l troncon rotto, et quel vivo humor secco,
volse in se stessa il becco,
quasi sdegnando, e ’n un punto disparse:
onde ’l cor di pietate, et d’amor m’arse.

Alfin vid’io per entro i fiori et l’erba
pensosa ir sí leggiadra et bella donna,
che mai nol penso ch’i’ non arda et treme:
humile in sé, ma ’ncontra Amor superba;
et avea indosso sí candida gonna,
sí texta, ch’oro et neve parea inseme;
ma le parti supreme
eran avolte d’una nebbia oscura:
punta poi nel tallon d’un picciol angue,
come fior colto langue,
lieta si dipartio, nonché secura.
Ahi, nulla, altro che pianto, al mondo dura!

Canzon, tu puoi ben dire:
- Queste sei visïoni al signor mio
àn fatto un dolce di morir desio. -


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου