Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΝΥΧΤΑ




ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΝΥΧΤΑ

Όπου νά ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της
   βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τί ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη
   μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα
   συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά της
   χαραυγής.
Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και είταν μονάχα δυό
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυό
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυό.

                  1947


Από το βιβλίο: Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1974)», Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 28-29.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου