Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

ΣΚΟΤΑΔΙΑ




ÉMILE VERHAEREN


ΣΚΟΤΑΔΙΑ

Του φεγγαριού η ματιά αδειανή και παγερή, κοιτάει
τ’ απέραντο βασίλειο της άσπρης χειμωνιάς·
η νύχτα είν’ ολογάλαζη και διάφανη· ο Βοριάς,
άξαφνα, σα μια μαχαιριά, περνάει και χτυπάει.

Οι χιονισμένοι δρόμοι στους ορίζοντες τους μακρινούς
σαν να τρυπάν το διάστημα, μακριά, πάντα πιο πέρα·
και τ’ άσπρα κρεμασμένα ώς το Ζενίθ μες στον αιθέρα,
ψηλά, και πάντα πιο ψηλά, σαν να τρυπάν τους ουρανούς.

Στης Φλάντρας τους αγρούς τα μαζωμένα χωριουδάκια
πλάι σε ποτάμια ή λαγκαδιές, μες απ’ αυτές τις δύο
απέραντες ωχρότητες, τρέμοντας απ’ το κρύο
όλο σκαλίζουν τη φωτιά, γύρω απ’ τ’ αρχαία τζάκια.



Μετάφραση: Μήτσος Παπανικολάου.
Από το βιβλίο Μήτσος Παπανικολάου: «Μεταφράσεις», β΄ έκδοση, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1987, σελ. 55-56.


************


TÉNÈBRES

La lune, avec son œil vide et glacé, regarde
L’hiver régner immense et blanc sur le sol dur ;
La nuit est d’un total et translucide azur ;
Le vent, comme un couteau, soudain, passe et poignarde.

Aux horizons, là-bas, les longs chemins du gel
Semblent, toujours plus loin, trouer les étendues,
Et les étoiles d’or jusqu’au Zénith pendues
Parmi l’éther, toujours plus haut, trouer le ciel.

Les villages blottis dans les plaines de Flandre,
Près des fleuves, des bruyères ou des grands bois,
Entre ces deux infinis pâles, tremblent de froid,
Autour des vieux foyers dont ils remuent la cendre.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου