SALVATORE QUASIMODO
ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
Ὁ ἄνεμος τρεκλίζει ἐνθουσιώδης φέρνοντας
φύλλα στὰ δέντρα τοῦ Πάρκου,
ἡ χλόη εἶναι ἀπὸ ὥρα ὁλόγυρα
στὰ τείχη τοῦ Κάστρου, τὰ πλοῖα
μπαίνουν στὴ σειρὰ ἀπὸ τὴν ἀμμουδιὰ ἕνα-ἕνα
συστήνοντας τὴ Μεγάλη Ἀρμάδα.
Ὀργισμένη, ἀπόκληρη εἶναι μιὰ μέρα
ποὺ γυρνάει ἀπὸ τὸ ψύχος
σὰν ὁποιαδήποτε ἄλλη μέρα
καὶ προχωράει, καὶ ὅλο θέλει. Μὰ ἐδῶ
εἶσαι ἐσύ, ἐσὺ ἠ ἀσύνορη:
κι ἔτσι ὁ ἀκίνητος θάνατος γίνεται τύραννος,
ὁ δυνάστης ποὺ μᾶς στρώνει τὸ κρεβάτι νὰ πέσουμε
ζωντανοὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου