Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

ΕΡΩΤΙΚΟ




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


ΕΡΩΤΙΚΟ

       γλωσσαν δ’ υμετερων και ημετερων σαφα οιδα
                                         ΕΙΣ  ΑΦΡΟΔΙΤΗΝ

Ολόγυμνη, βγαίνει από τη θάλασσα
και στάζει νερό σα μέλι απ’ το κορμί της
σελήνη χορεύτρια πάνω στο κύμα.
Στην όχθη το πόδι αργό, σκεφτική,
Ψηφί το ψηφί τα ίχνη σχηματίζονται
και μένει αθέατος ο πλούτος των χρωμάτων.
Όρθια, στραγγίζει τα μαλλιά κοιτάζοντας
το σώμα του γερμένο στην άμμο. Τους μυς
και τα χνουδάτα μέρη του στο ημίφως.
Στηρίζει το κεφάλι με την παλάμη του
κοιτάει προς το γιαλό, το σώμα, το βλέμμα της.
Τον αγαπάει. Γιατί; Τα μάτια του, ναι,
τ’ απρόσμενα λόγια του, αμηχανία γλυκιά,
οι άδηλες μάχες, το ερωτικό πάθος του.
Τον μαθαίνει, με τη μέρα και τη στιγμή
κι όσο μαθαίνει τόσο αναρωτά κι ανοίγει
την ψυχή της. Πλαγιάζει κοντά του. Συχνά
τον βλέπει στον ύπνο της. Πότε γνώριμο
και πότε ξένο. Δεν θα μπορούσε κάποιον
άλλον ν’ αγαπάει; Ίσως, τότε, στην αρχή,
δυο μήνες πριν μα όχι πια. Αισθάνεται
πως φτιάχνουν οι δυο τους έναν ξεχωριστό
κόσμο, πρωτόβγαλτο. Η γλώσσα του ηχεί
γνωστή, αγγίζει όμως με άλλον τρόπο.
Απότομες ή τρυφερές χειρονομίες
προβάλλουν αδέξιες, ασχημάτιστες,
άπειρες. Ο κόσμος τους ανεξήγητος
όσο κι ο υπόλοιπος, μα είναι οικείο
αυτό το μυστήριο κι αγαπημένο
κι όλο απλώνεται μέσα της. Δεν λείπει
όμως η ανησυχία που την κρατάει
κάτω, στη γη. Πως τελειώνει κάποτε,
γίνεται αχνός κι όνειρο που ξεχνιέται
και όλα καταλήγουν άδεια και άμορφα.
Σε φόβο κι αγάπη ανάμεσα πάλλεται
η καρδιά, κάπου εκεί κατασταλάζει.
Κι ο νους, αίλουρος, εσαεί παραφυλάει,
προτάσσει τα νύχια, χιμάει στον αέρα.
Μα δεν γραπώνει εκείνο το άλεκτο,
καλύτερα να το αφήσει να ζυγώνει.
Το νιώθει αυτό μα δεν κρατιέται, τον ρωτά:
δεν θα μ’ αγαπάς πάντοτε όπως τώρα;
Μ’ ακούγεται στον αέρα σα να του λέει :
δεν θα σ’ αγαπώ πάντοτε όπως τώρα ;
Αυτός, κάτι δυσνόητο μοιάζει πως ακούει,
αρνιέται η ψυχή του μα όλες άγευστες
οι λέξεις μες το στόμα. Πάει τ’ όνομά της
να πει μα τ’ ακροδάχτυλά της αγγίζουν
τα χείλη του που αχνογελούν και χαίρονται,
μόνη της δίνει απάντηση αυτή
η χειρονομία. Φιλάει τα δάχτυλα,
κλείνει την παλάμη της μες τη δικιά του
τείνει προς τη μεριά της και τη φιλάει
στα πλευρά. Αποτραβιέται λίγο αυτή
όχι πως δε ζητάει τα φιλιά του μα
θέλει να τον κοιτάζει. Έτσι, πλάι της,
γυμνό, στο φεγγαρόφωτο, με τη φωτιά
να σιγοκαίει στα μάτια του και η νύχτα
όλο να βαθαίνει. Τον πρόθυμο νου,
τις ηλεκτρισμένες του αισθήσεις να βλέπει
πώς την καθρεφτίζουν και την αλλάζουν,
φτερά σα να της δίνουν. Καταλαβαίνει
αυτός, όμοια θέλει να την γλυκοθωρεί.
Ζει μέσα στον ίδιο, κρυφό τους κόσμο
μα πιο πολύ σαν επισκέπτης. Δεν νοιάζεται  
πόσο αλήθεια είναι ή απάτη. Θαύμα
που μοιράζονται σιωπηλά κι ασύλληπτη
μικρογραφία της φύσης. Δρόμος νέος,
απρόσμενος και μ’ ανοιχτή περπατησιά
έρχεται ο νιος και τον διαβαίνει. Φωτίζει
έν’ άστρο το βλέμμα του, έλα, της λέει
να φιληθούμε βαθιά στη θάλασσα.
Σηκώνονται, βρίσκει δυο μεγάλες πέτρες,
τις κλείνει στα χέρια της κι αυτός φοράει
τη ζώνη με τα βαρίδια. Την πιάνει
απ’ τον καρπό, πάνε στο βράχο και βουτάνε.
Αγκαλιάζονται στην αγκαλιά του νερού
του βαθυγάλαζου. Φιλιούνται σα νά ’θελαν
να μείνουν εκεί για πάντα.

1 σχόλιο:

  1. Μα τι εικόνες, τι αισθήσεις, τι σκέψεις και συναισθήματα, τι τρυφερότητα και ζεστασιά αποπνέει αυτό το ποίημα.
    Καιρό είχα να συναντήσω τέτοιους στίχους, φαινομενικά απλούς, που όμως σε κάνουν να τους σκέφτεσαι και να θέλεις να ξαναγυρίσεις σ' αυτούς, έτσι που ο ποιητής μοιράζεται μαζί μας με αφοπλιστική ειλικρίνεια μια εμπειρία, λίγο ως πολύ, οικεία.
    (Πεζοτράγουδο, σκεφτόμουν όσο το διάβαζα και με κέρδιζε στίχο-στίχο.)

    ΥΓ. Βιογραφικό του ποιητή έχουμε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή