Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ



BERTOLT BRECHT


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Το πυροβόλο όλο ξερνάει και η λόγχη σε τρυπάει·
και τα νερά ρουφάν τους ναύτες στων βυθών τα σκότη.
Αμ’ ο χιονιάς;... ο παγετός; Και ποιός θα σε γλυτώσ’;
Τα λόγια ετούτα είπε η γυναίκα στον στρατιώτη.

Αλλά ο στρατιώτης, που οπλισμένος πήγαινε τρεχάτος,
ταμπούρλα κι όχι λόγια άκουγε, όντας πια φευγάτος.
Περίπατος είναι η προέλαση – κι ας είν’ με μπότες!
Πάει η ανηφόρα στον Βορρά, η κατηφοριά στον Νότο.
Λεβέντης ο φαντάρος σου και παλικάρι πρώτο!
Τα λόγια τούτα λέγαν στη γυναίκα του οι στρατιώτες.

Το μετανιώνεις, και πικρά, σαν λόγια δεν ακούς σοφά,
τις συμβουλές που οι πιο μεγάλοι δίνουνε στη νιότη.
Κι αν υπεροπτικά μιλάς, σαν το σκυλί κι εσύ θα πάς.
Τα λόγια ετούτα είπε η γυναίκα στον στρατιώτη.

Αλλά ο στρατιώτης, που ’χε το μαχαίρι του στη ζώνη,
γελά· και στο γιοφύρι δίνει μια, κι εχάθη – σκόνη!
Νερά και διάσελα δεν τα φοβούνται οι ιππότες!
Φεγγάρι θά ’χει μια βραδιά, και συντροφιά μαζί σου
και πάλι θαν τον έχεις – λέγε το στην προσευχή σου!
Τα λόγια τούτα λέγαν στη γυναίκα του οι στρατιώτες.

Πετά η ψυχή σας η έρμη, σαν καπνός, και φεύγει η θέρμη·
με ηρωισμούς και τέτοια απλώς σας πρήζουν το συκώτι.
Αχ πόσο γρήγορα πετά ο καπνός! Να σε φυλάει ο Θεός!
Τα λόγια ετούτα είπε η γυναίκα στον στρατιώτη.

Μα ο στρατιώτης, που ’χε το μαχαίρι του στη ζώνη,
από μια γέφυρα έπεσε και χάθηκε και... – σώνει!
Ανακατεύεσαι στα πίτουρα; Σε τρώνε οι κότες!
Φεγγάρι βγήκε, μα κι αν βγήκε, εκείνη συντροφιά της
δεν τον είχε. Νεκρός στη μάχη κείται, μακριά της.
Τί λόγια πια να πούνε στη γυναίκα του οι στρατιώτες;

Επέταξε η ψυχή σου η έρμη κι έφυγε όλη η θέρμη
απ’ το ηρωικό κορμί σου. Μην ψάχνεις τί και διότι.
Το μετανιώνεις, και πικρά, σαν λόγια δεν ακούς σοφά
Τα λόγια ετούτα είπε η γυναίκα στον στρατιώτη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


*************



Ο ERNST BUSCH ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ BERTOLT BRECHT ΚΑΙ HANNS EISLER


BALLADE VOM WEIB UND DEM SOLDATEN

Das Schießgewehr schießt, und das Spießmesser spießt
Und das Wasser frißt auf, die drin waten.
Was könnt ihr gegen Eis? Bleibt weg, 's ist nicht weis'!
Sagte das Weib zum Soldaten.

Doch der Soldat mit der Kugel im Lauf
Hörte die Trommel und lachte darauf:
Marschieren kann nimmermehr schaden!
Hinab nach dem Süden, nach dem Norden hinauf
Und das Messer fängt er mit den Händen auf!
Sagten zum Weib die Soldaten.

Ach, bitter bereut, wer des Weisen Rat scheut
Und vom Alter sich nicht läßt beraten.
Nur zu hoch nicht hinaus! Es geht übel aus!
Sagte das Weib zum Soldaten.

Doch der Soldat mit dem Messer im Gurt
Lacht' ihr kalt ins Gesicht und ging über die Furt
Was konnte das Wasser ihm schaden?
Wenn weiß der Mond überm Schindeldach steht
Kommen wir wieder, nimm es auf ins Gebet!
Sagten zum Weib die Soldaten.

Ihr vergeht wie der Rauch! Und die Wärme geht auch
Und es wärmten euch nicht seine Taten.
Ach, wie schnell geht der Rauch! Gott behüte ihn auch!
Sagte das Weib zum Soldaten.

Und der Soldat mit dem Messer am Gurt
Sank hin mit dem Speer, und mit riß ihn die Furt
Und das Wasser fraß auf, die drin waten.
Kühl stand der Mond überm Schindeldach weiß
Doch der Soldat trieb hinab mit dem Eis
Und was sagten dem Weib die Soldaten?

Er verging wie der Rauch, und die Wärme ging auch
Und es wärmten euch nicht seine Taten.
Ja, bitter bereut, wer des Weisen Rat scheut!
Sagte das Weib den Soldaten.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου