Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

ΣΠΟΥΔΗ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΠΟΝΤΟΠΟΡΟΥ



ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΣΠΟΥΔΗ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΠΟΝΤΟΠΟΡΟΥ

   Σε όλους τους Αργοναύτες που μάτωσαν
   μέχρι να φθάσουν στο όνειρο.

Μίνιου πηχτού αρωματιά.
Μυροδικό μουράβιας.
Σ’ ένα καρνάγιο της ωχροφαιάς Μπατάβιας
πάνου σου έκανα την πρώτη δρασκελιά.

Παράλληλοι, μεσημβρινοί
των πόλων αμφιλύκη.
Ζωή και όνειρα έγραψα υποθήκη
για ν’ αγναντεύω απ’ του φτερού σου την ακμή.

Τρισίλιο διπλοκαντυλιά.
Γκάϊδες και ρεφόρτσα.
Κοντά σου άντρεψα, πηγαίνοντας στα όρτσα.
Μαζί στα gales τα fog-patches τα πηχτά.

Σπάγκος κερί και βαρδαμάς.
Μπουλντούζια μουσαμάδες.
Πε μου τί μέτραγα; Torturas ή παράδες
Χριστός εγώ στο πλήρωμά σου ή Βαρραβάς.

Βουρκόχρωμα του λιμανιού
αλτάνες τής ρεστίας.
Χίλια ορμέμφυτα μιάς μόνης δυσαιτίας
ότι σ’ αγάπησα στην άκρη του μυαλού.

Λογάριθμοι και Almanac.
Χρονόμετρο εξάντας.
Στο ρωγοβύζι Αργεντίνας κουβερνάντας
λαγνείας αμαθήματα επήρα βραδυνά.

Αστέρια και αστερισμοί.
Star-finder παλινώρια.
Και αν μας πέτυχε σαπρόφυτων λευκόρροια
ο νους σε ’κείνη ΤΗΝ, την πρώτη την καλή.

Ορίζοντες στραβά γυαλιά
Μπούσολα και πορείες.
Του καμπουνιού σου ψευδολάγνες ιστορίες
γιά δυό γοργόνες και μιά κόστα τροπικιά.

Θάλασσες ποντορεματιές.
Bay-δες και approaches.
Ένας κατάπλους ψευδαισθήσεις χίλιες τόσες.
Πριν αποπλεύσεις, της στεργιάς χίλιες ευχές.

Λινέλαιο λαμπογυαλιά.
Φανάρια της αθάλης.
Εάν δεν ξεύρεις την Corona Borealis
δύσκολα θά ’βρεις το αστέρι του Βοριά.

Bacon και δυo μάτια αβγά.
Porridge με μαύρο τσάϊ.
Ο κατραμόκωλος σε παίρνει απ’ την Shanghai
γιά να σε φέρει στων Olmecos τα νερά.

Σταυρόστικτος μηχανικός
μισότρελος Marconi.
Όταν πεισμώσεις δεν ακούει το τιμόνι
και η μπαρκέτα ψευδογράφει τελικώς.

In dry-dock δεξαμενή.
Φουντάγια και αρόδου.
Του καθαρμού σου, μιάς ρουτίνας περιόδου
για με αντάλλαγμα, η πελαγίσια αναμονή.

Small-pox Vacunacion.
Μαλάρια χολέρα.
Δεν με τρομάζουν φθάνει νά ’ρθει ’κείνη η μέρα
των ταξιδιών μου αναπόληση καιρών.

Οξείδωση, διπλή σκουριά.
Ποντίκια κατσαρίδες.
Όλα ετούτα στην ψυχή μου ευμενίδες
αρκεί να γέρνω στο γιατάκι στωϊκά.

Σουγιάς φανάρι και σκουφί.
Μιά ρόδα με καβίλιες.
Οι προσμονές μου από σε, συν μία χίλιες.
Το ότι γερνώ κοντά σε σένα μου αρκεί.

Ρούμι Cubano Bacardi.
Μεθύσι αλκοολίκι.
Κόρης πεντάμορφης φάλτσο ερωτιλίκι
στις πίντες μ’ έριξε και κάβου συλλογή.

Ρέλια πανιόλα και μπουλμές.
Αμπάρι κουραδόρος.
Της Aventura ιδαλγός μα μασκοφόρος
της ναυτοσύνης μεγαλεία και… να κλαίς.

Ψαρόλαδο Μπονοζαριού
κανάβι της Περσίας.
Ραπόρτο έστειλε μού το ο Τειρεσίας.
Το τέλος μέλλει νά ’χεις ’να σκαριού.


Τυφώνες βαρο-χαμηλά.
Bulletin του θανάτου.
Μια μαυρομάνα παραλήπτης του μαντάτου
κι αρματωσιά σου όλη abandon η νεκρά.

Γαλόνια κεντώ-χρυσαφιά
δεν τα φορώ βρομίζουν.
Αερικά απ’ τα σώθια σου μ’ αγγίζουν
Καθώς με σέρνεις στης αβύσσου τα μυχά.


         Αθήνα 17/6/05

2 σχόλια:

  1. Έχω πάρα-πολύ καιρό να σου πω

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ

    Π.Α

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @ Π.Α.: Γειά σου, θαλασσόλυκε! Να είσαι πάντα καλά - και εδώ είμαστε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή