Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020


Δημοσιεύθηκε στο σημερινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ

Από τα ευεργετήματα του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι ο τρόπος να στήνεις γνωριμίες και φιλίες που δεν τις φανταζόσουν,… που είναι –με την κυριολεκτική σημασία της λέξης– απίθανες. Χάρη στο facebook είχα την προνομιακή τύχη να γνωριστώ με τον –έτσι υπέγραφε– Θεόδωρο Μπασιάκο. Με τη πρωτοβουλία, μάλιστα,  της κοινής μας φίλης Αλεξάνδρας Δήμου βρεθήκαμε κάμποσες φορές, παρ’ όλο που δεν ήταν εύκολο: αυτός στην Αθήνα και εγώ στην Κέρκυρα. Όσες φορές συναντηθήκαμε, η αφορμή ήταν κάτι που το ονομάζαμε (χάριν της συνεννοήσεως) «γιορτή», γιατί ήταν όντως γιορτή. Συναντιόμασταν στο Salero  στα Εξάρχεια καμιά εικοσαριά (τουλάχιστον) άτομα και στήναμε ποιητικές / καλλιτεχνικές βραδιές. Εκ του προχείρου και με τη σοβαρότητα  της αυθόρμητης κίνησης: ο έχων δίδει, ο μη έχων λαμβάνει.
Από τις 19 Ιουλίου ο Θεόδωρος Μπασιάκος δεν είναι στη ζωή. Στις 23 Ιουλίου αποτεφρώθηκε η σορός του. Τα λόγια που ακολουθούν γράφονται υπό το κράτος συγκινησιακής φόρτισης και άφατης αμηχανίας.
Δώδεκα μέρες προτού αποβιώσει, του ζήτησα να μου στείλει ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για κάποια έκδοση ανθολογημένων ποιημάτων. Ιδού τι έλαβα στο messenger: 
Μπασιάκος Θεόδωρος. Αθήνα 1963. Επισήμως έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια», Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά του «22 ποιήματα» και «Πολύ ευγενής», αρχές δεκαετίας ’80. Ποίημά του πρωτοδημοσιεύτηκε στο Νέο Σοσιαλιστή, αριστερό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Συνήθως διακινεί τους στίχους του εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων εκτός εμπορίου. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί κι η συλλογή «Κούκου-νιάου», Ενδυμίων 2017, στην δε ομαδική συλλογή «Επ7ά φωνές», Εξιτήριον 2018, συμμετέχει με 7 «γαλλικά» κομμάτια. Ο ίδιος πάντως προτιμά τα λάιβ σε διάφορες αντεργκράουντ μουσικοποιητικές βραδιές της «αριστερής όχθης» των Αθηνών.
Και κλείνοντας σημείωνε: «Το παράκανα λίγο, ας περικοπεί όσο είναι απαραίτητο».
Ο Μπασιάκος (ή Γκαν-γκαν ή Ινδιάνος) είναι αυθεντική φωνή της αντεργκράουντ ποίησης. Το αποδεικνύουν οι στίχοι του. Με υλικά από την καθημερινή κουβέντα, που καμιά φορά –με παιγνιώδη διάθεση– τα διανθίζει με λόγιους τύπους («μη πλέον εν χρήσει»), στήνει ποιήματα που ευχαριστούν την ψυχή του αναγνώστη. Ο ίδιος ήταν τραγουδιάρης: λάτρευε τα ρωσικά και τα τσιγγάνικα τραγούδια, όπως επίσης και τα ιταλικά, ακόμα και αυτά του τύπου «canzonissima». 
Τα ποιήματά του είναι τραγούδια – δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά είναι. Γκινσμπεργκιανή και φερλινγκέτεια διάθεση διατρέχει τους στίχους του, που τους συντηρεί σε μονόφυλλα.
Ο Μπασιάκος είναι περιθώριο αυθεντικό – καθόλου ιμιτασιόν, καθόλου φολκλόρ, καθόλου φιγουρατζής. Δεν περιάγει την τέχνη του επαιτώντας θαυμασμό και αναγνώριση. Σούμπιτος είναι η τέχνη του, και η τέχνη του είναι η ίδια του η ζωή. Είναι ευγενής και γι’ αυτό του αρέσουν οι απολαύσεις που μπορεί να έχει. Αλλά δεν νιώθει να του χρωστάνε τίποτα, ούτε διεκδικεί ποικιλώνυμα «κεκτημένα». Ενθουσιάζεται σαν μικρό παιδί, όταν λέει ότι είναι «ανεπρόκοπος»
Είναι ποιητής ταγμένος στη μεριά των προλετάριων. Τελεία. Ούτε «μποέμ» ούτε «προφητικός» – αυτά είναι για τους αστούς ποιητές, για να νιώθουν ότι δεν είναι αστοί, αλλά κάτι άλλο. Ο Μπασιάκος είναι μια ποιητική ανθρώπινη ύπαρξη που «καταλαβαίνει» τους πάντες. Ακόμα και τους ταξικούς του εχθρούς! Η μακροθυμία του είναι απόσταγμα ποιητικό. Μέσα σε κλίμα «φαμφάρας» και «ταρατατζούμ» στήνει το τσιγγάνικο πανηγύρι του και μας χαρίζει εκ περιουσίας τη χαρά της ζωής όπως την προσλαμβάνει ο ίδιος. Ήταν άρρωστος, ήξερε ότι τα πράγματα «δεν εξελίσσοντο καλώς», κι εντούτοις απευθυνόταν προς την αρρώστια του σαν να είχε μπροστά του μια κυρία που δεν ζει χωρίς τις ρεβεράντζες που απαιτεί να της κάνουν.
Τρελαινόταν για Μαγιακόφσκι, για Πρεβέρ, για Νικανόρ Πάρρα. Του άρεσε πολύ και ο Ρενέ Σαρ – κουβεντιάζαμε πάντα γι’ αυτόν, όπως και για τον Μπόρχες. Είχε γράψει κι ένα ποίημα με τίτλο Μπορχεσάρ.
Σύντομο και αμήχανο τούτο το σημείωμα. Αν το ήξερε, θα με απέτρεπε. Είμαι βέβαιος, πάντως, ότι με συγχωρεί. Γι’  αυτό και το γράφω.  Όπως με «συγχώρησε» τότε που είχα διδάξει σε φοιτητές μου στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας κάποια ποιήματά του, όταν τον διαβεβαίωσα ότι τα παιδιά «δεν δυσαρεστήθηκαν καθόλου». Έχω μάθει ότι οι εκδόσεις Πανοπτικόν ετοιμάζουν μιαν έκδοση των ποιημάτων του. Εκεί θα διαβάσουμε λόγια σαν κι αυτά, από το τελευταίο του ποίημα, όπου η πάλη συνεχίζεται:

LA LUTTE CONTINUE

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι' αστέρια κι' όλα
Πλάϊ μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδα.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ' εμάς τα παιδιά των Λυσσασμένων: 
("la vie s'ecoule, la vie s'enfuit...")
Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.

(Σαβ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

Χαίρε, Τεό Μπασιάκ. Χαιρετίσματα στους φίλους, ξέρεις εσύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου