Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Η ΦΩΝΗ



CHARLES BAUDELAIRE


Η ΦΩΝΗ

Ἡ βρεφική μου κούνια ἦταν μὲ τὴ βιβλιοθήκη πλάτη
μιὰ σκοτεινὴ Βαβέλ: νουβέλες καὶ ἐπιστήμη· τίτλοι ἀθρόοι
(ἑλληνικά, λατινικά) ἀπὸ στάχτη ἢ σκόνη βγάζαν κάτι
καὶ μεῖγμα ἐκάναν. Μέτραγα δὲ μέτραγα ἕνα ἰνφόλιο μπόι.

Καὶ δυὸ φωνὲς μοῦ μίλαγαν. Ἀκύμαντη, πανούργα ἡ μία
ὅλο ἔλεγε: «Ἕνα κέικ εἶναι ἡ γῆ· καὶ ἡ γλύκα του δική σου.
Ποὺ λὲς ἐγὼ μπορῶ (χωρὶς νὰ βρεῖ ἡ ἡδονή σου ἐσὲ ἡρεμία)
νὰ σὲ γλυκαίνω καὶ ποτὲ νὰ μὴ σοῦ κόβεται ἡ ὄρεξή σου!»

Μετὰ ἡ ἄλλη μοῦ ἔλεγε φωνή: «Ἔλα, στ᾽ ὄνειρο ταξίδι πᾶμε
πέρα ἀπὸ τὸ ἐφικτὸ καὶ πέρ᾽ ἀπ᾽ τὰ γνωστά μας, σὲ ἄλλα μέρη!»
Κι ἐτραγουδοῦσε κάμε σὰν τὸν μπάτη στὸ γιαλὸ ἢ καὶ κάμε
σὰν ἀερικὸ ποὺ κὰν δὲν ἤξερες ἐκεῖ τί τό ᾽χε φέρει·

κι ἐνῶ μοῦ χἀιδευε τ᾽ ἀφτιά, μὲ κατατρόμαζε συνάμα.
Τῆς εἶπα: «Ναί, ὦ γλυκιὰ φωνή, ναί!» Κι ἔκτοτε, ἀπ᾽ τὴ μέρα ἐκείνη,
ἀλίμονο, κανεὶς τὴ θλίψη μου δὲν ξέρει, καὶ τί κλάμα
τὴ μοίρα μου ποτίζει. Πίσω ἀπ᾽ τὸ ντεκὸρ ποὺ ἀνοιγοκλείνει,

τῆς ἀχανοῦς ζωῆς, εἶδα στὸν πιὸ μαῦρο τῆς ἀβύσσου πάτο
δυὸ κόσμους χωριστούς, ἀλλόκοτους — τὸ χάος τοὺς ἐξέρνα
(καὶ τοὺς ξερνάει)· καὶ θύμα τῆς ὀξυδερκείας μου, ἀπὸ κάτω
ἐδῶ τὰ φίδια τρέφω πού ᾽φερα καὶ μοῦ κεντοῦν τὴ φτέρνα.

Κι ἀπ᾽ τὸν καιρὸν ἐκεῖνο βίον προφήτου διάγω: ζῶ μονήρης
καὶ τρυφερὰ τοὺς ἐρημότοπους, τὴ θάλασσα ἀγαπάω·
στὰ πένθη πάντοτε γελῶ, καὶ ὀδύρομαι στὶς πανηγύρεις·
τοῦ πιὸ ξινοῦ οἴνου ὅτι εἶναι ἡ γεύση του ἀπαράμιλλη ἐκτιμάω.

Τὰ γεγονότα ἂς εἶν᾽ πραγματικά — ἐγὼ τὰ ἐκλαμβάνω ὡς ψεύδη.
Κοιτῶ τὸν οὐρανὸ, κι ἀπὸ τὴ μιὰ λακούβα πέφτω σὲ ἄλλη.
Πλὴν μὲ παρηγορεῖ ἡ φωνή: «Ὄνειρο ἡ ζωὴ εἶναι καὶ καθεύδει!
Μὰ φύλα τη! Οἱ σοφοὶ στὴν τρέλα μόνο βρίσκουν τέτοια κάλλη!»



Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου