Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΟΥ ΣΤΟΝ "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ" ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ


Η δημοσιογράφος κ. Αλεξάνδρα Προυσανίδου μού ζήτησε να απαντήσω σε μερικές ερωτήσεις σχετικά με το βιβλίο των ποιημάτων του Μπρεχτ που μετάφρασα πρόσφατα.


- Παρότι η ποίηση του Μπρεχτ είναι κατ' εξοχήν επικαιρική, δεν φαίνεται να την προσπερνά ο χρόνος. Πώς το ερμηνεύετε;
Δεν υπάρχει ποίηση που να μην είναι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο επικαιρική. Από την επικαιρότητα, από κάτι «επίκαιρο» ξεκινούν όλοι οι μεγάλοι ποιητές. Δεν γράφεται ποίηση σε κενό χρόνου – ούτε με αναμνήσεις τρέφεται η μεγάλη ποίηση ούτε με μαντικές και μελλοντολογίες ικανοποιείται ο αξιωματικός σκοπός της: το να συγκινεί διαχρονικά. Σε ένα διαρκές τώρα αποσκοπούν οι ποιητές. Τονίζω αυτό το σημαδιακό «διαρκές». Ο Μπρεχτ επιδίωξε με όλες του τις δυνάμεις να εκφράζει έγκυρα την εποχή του προβάλλοντας διαλεκτικά το τώρα της στην οθόνη τού κάθε «αύριο». Διαλέγει πάντα από το τώρα όσα στοιχεία συνιστούν την ουσία του κοινωνικού είναι και τα περνάει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Γι’ αυτό και ο χρόνος όπως διαβαίνει δεν τον προσπερνά, αλλά τον παίρνει μαζί του: τον δικαιώνει.

- Ποια ήταν η αφορμή που σας σας ώθησε να ασχοληθείτε με μετάφραση έργων του Μπρέχτ; Πόσο καιρό κράτησε αυτή η προσπάθεια μετάφρασης-απόδοσης των ποιημάτων του Μπρεχτ;
Η αγάπη μου για τον Μπρεχτ είναι πολύ παλιά. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που να βιώνει την κοινωνική αδικία και να νιώθει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο ως μη φυσική κατάσταση και ως κατ’ εξοχήν ανωμαλία, και να μην συγκινείται από τον μπρεχτικό λόγο. Έτσι κι εγώ. Πρώτα τον γνώρισα μέσω μεταφράσεων και κατόπιν στο πρωτότυπο. Οι μεταφραστική ενασχόλησή μου με τα ποιήματά του είναι σχετικά πρόσφατη. Δεν πάει πιο πίσω από τα δέκα χρόνια. Αραιά στην αρχή και συστηματικά κατά τα τρία τελευταία έτη ασχολήθηκα με τη μετάφραση των ποιημάτων του προτείνοντας στον εαυτό μου ένα –επιτρέψτε μου να πω– αποκούμπι συντροφικού λόγου μέσα στη θυελλώδη επέλαση του Νεοφιλελευθερισμού. Ακόμα και εκείνα τα ποιήματα που, όντας ερωτικά ή παιδικά ή σκωπτικά, δεν είναι ακριβώς πολιτικά (αν και δεν υπάρχει μη πολιτική ποίηση) αποδεικνύονταν ανάσα πολιτισμού στην εποχή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Θα έλεγα ότι η στενότερη ενασχόλησή μου με τον ποιητικό λόγο του Μπρεχτ οφείλεται στο ότι στις ζοφερές μέρες που βιώνουμε αναζητούσα έγκυρες απαντήσεις σε ερωτήματα ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο, την κοινωνία και την προοπτική του ανθρώπινου πολιτισμού χωρίς τις αλυσίδες των καταπιεστών. Και στον Μπρεχτ όχι μόνο βρήκα ό,τι ζητούσα, αλλά βρήκα και εκείνο που μας ζητάει ο Μπρεχτ να κάνουμε: να αμφισβητούμε, να είμαστε σε διαρκή κίνηση, σε αέναη πάλη για το εκάστοτε ανώτερο και καλύτερο που αρμόζει στον άνθρωπο και τιμά την ανθρώπινη ύπαρξη. Από την άλλη μεριά, επειδή ασχολούμαι ο ίδιος με την ποίηση, και δη με τις έμμετρες μορφές της, βρήκα ευκαιρία στο πολυποίκιλο ρυθμικό και μετρικό σύμπαν του Μπρεχτ να δοκιμάσω και να ασκήσω τις δικές μου δυνάμεις στο μέτρο και στην ομοικαταληξία, συμμορφούμενος στις αυστηρά ποιητικές επιταγές του πρωτοτύπου. Μετέφρασα, δηλαδή, όλα τα έμμετρα ποιήματά του με αυστηρότητα μέτρου και ομοιοκαταληξίας.

- Γράφετε στον πρόλογο της έκδοσης ότι σε αυτό το βιβλίο οι αναγνώστες θα συναντήσουν πασίγνωστα ποιήματα του Μπρέχτ, αλλά και νέα. Πείτε μας κάτι παραπάνω γι’ αυτά. Ποια είναι αυτά που μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Ποιο ξεχωρίζετε;
Ο Μπρεχτ είναι απο παλιά γνωστός και πολύ αγαπητός στην Ελλάδα. Είναι δημοφιλέστατος – πιο πολύ βέβαια λόγω των θεατρικών έργων και των μελοποιημένων τραγουδιών του που έχουν ερμηνευθεί αριστουργηματικά από κορυφαίους καλλιτέχνες. Αλλά τα ερωτικά (μερικές φορές και πέραν του ασέμνου) σονέτα του, τα νανουρίσματα, τα παιδικά και τα σατιρικά του ποιήματα, οι ψαλμοί και τα χορικά του (κατ’ ευθείαν επηρεασμένα από τη βιβλική γλώσσα), τα πολιτικά του ποιήματα που αποσκοπούν στην «κατήχηση» των μαζών στον αγώνα κατά του Ναζισμού και του Καπιταλισμού είναι έργα άγνωστα στη γλώσσα μας. Στην έκδοση που επιμελήθηκα φρόντισα να υπάρχουν ποιήματα από όλες τις περιόδους της μπρεχτικής δημιουργίας έτσι, ώστε να προκύπτει στο τέλος όχι μόνο μια ευρύτατη χρηστική ανθολογία «όλου» του Μπρεχτ, αλλά και να απεικάζεται μια αποκαλυπτική νωπογραφία σαν λυρική μαρτυρία για το πρώτο μισό του 20ού αιώνα και για τους ταξικούς αγώνες του προλεταριάτου τόσο κατά τους «πολέμους» όσο και κατά την  «ειρήνη» των κεφαλαιοκρατών. Από τα ποιήματα του Μπρεχτ που πολύ αγαπώ είναι το «Όσοι τρέφονται με ελπίδες»:

Δηλαδή τώρα τί περιμένετε;
Ότι οι κουφοί θα σας αφήσουν να μιλήσετε
και ότι οι αχόρταγοι
όλο και κάτι θα σας δώσουν;! 
Ότι οι λύκοι θα σας βάλουνε να φάτε
και δεν θα σας καταπιούν αμάσητους;!
Ότι από αίσθημα φιλίας 
κινούμενες οι τίγρεις 
κοπιάστε θα σας πουν 
τα δόντια να μας βγάλετε;! 
Τέτοια μού περιμένετε;! 
Τέτοια μού προσδοκάτε;!

- Γράφει κάπου ο Μπρεχτ «ο καπιταλισμός δεν απανθρωποποιεί μόνο, αλλά και δημιουργεί ανθρωπιά και συγκεκριμένα με τον ενεργό αγώνα ενάντια στον απανθρωπισμό».
Σωστά το επισημαίνετε αυτό. Ο Μπρεχτ ως μέγας διαλεκτικός που ήταν έκρινε αποκλειστικά με το νυστέρι του διαλεκτικού υλισμού. Η δε κριτική που ασκούσε ήταν ανελέητη: δεν επέτρεπε ούτε κουκουλώματα ούτε υπεκφυγές ούτε μερεμέτια ούτε συγυρίσματα της πραγματικότητας. Έτσι κατακτούσε την –όπως έλεγε– περιστασιακή αλήθεια που του χρησίμευε να αναζητήσει και να βρει τις ανώτερες μορφές της. Πρότεινε την αμφισβήτηση στους πάντες και στα πάντα, αλλά όχι την οποιαδήποτε οπορτουνιστική ή επιπόλαιη αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση. Πρότεινε τη διαλεκτική αμφισβήτηση που επιτρέπει (αν δεν επιβάλλει κιόλας) την εύρεση της αλήθειας όχι μόνο μέσω των δικών μας αντιλήψεων, αλλά και  μέσω όλων των ελλόγων πραγματικών προτάσεων. Να το πω με άλλα λόγια: για να νικήσεις τον Καπιταλισμό πρέπει να τον μάθεις, πρέπει να τον βάλεις να μιλήσει, να τον κατανοήσεις, να τον καταστήσεις κατανοητό στις μάζες, να τον αμφισβητήσεις από θέση ισχύος. Ύστερα θα τον νικήσεις. Αυτό μας διδάσκει ο Μπρεχτ.



Η συνέντευξή μου στον Ριζοσπάτη εδώ.

1 σχόλιο: