Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΡΕΤΟΝ



ANDRÉ BRETON


ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΦΕΥΓΟΥΝ


Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
  μια γυναίκα τόσο ωραία
Που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
Χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως είναι
  τόσο ωραία
Που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
Καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
Και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα κατάματα
Όπως δεν κάνουν τ' αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
  του αέρος
Ένα σχίσμα στην θέσι της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει το
  χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
Και καμιά φορά οι βραδυνές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
  κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων γραμμάτων
Όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι αφανίζουν
  μια φωλιά λευκών χελιδονιών
Για να βρέχει πάντοτε.

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να σμίξουν.
Χέρια απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
  των λειβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
  από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
Μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον εξαιρετικό
  κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου για τον έρωτα
Του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από θάμνους
  γιομάτους πέπλους
Και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
  αλήθεια των ελκύθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης εκτάσεως
Αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
Εξ αιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
Που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων.


Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος.
Από το βιβλίο: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, "... δεν άνθησαν ματαίως - Ανθολογία Υπερρεαλισμού", Νεφέλη, Αθήνα 1980, σελ. 277-278.



*********************************


LES ECRITS S’EN VONT

Le satin des pages qu'on tourne dans les livres moule une femme
  si belle
Que lorsqu'on ne lit pas on contemple cette femme avec tristesse
Sans oser lui parler sans oser lui dire qu'elle est si belle
Que ce qu'on va savoir n'a pas de prix
Cette femme passe imperceptiblement dans un bruit de fleurs
Parfois elle se retourne dans les saisons imprimées
Et demande l'heure ou bien encore elle fait mine de regarder des
  bijoux bien en face
Comme les créatures réelles ne font pas
Et le monde se meurt, une rupture se produit dans les anneaux d'air
Un accroc à l'endroit du coeur
Les journaux du matin apportent des chanteuses dont la voix a la
  couleur du sable sur des rivages tendres et dangereux
Et parfois ceux du soir livrent passage à de toutes jeunes filles qui
   mènent des bêtes enchaînées
Mais le plus beau c'est dans l'intervalle de certaines lettres
Où des mains plus blanches que la corne des étoiles à midi
Ravagent un nid d'hirondelles blanches
Pour qu'il pleuve toujours
Si bas si bas que les ailes ne s'en peuvent plus mêler
Des mains d'où l'on remonte à des bras si légers que la vapeur des
   prés dans ses gracieux entrelacs au-dessus des étangs est leur
   imparfait miroir
Des bras qui ne s'articulent à rien d'autre qu'au danger exceptionnel
   d'un corps fait pour l'amour
Dont le ventre appelle les soupirs détachés des buissons pleins de
   voiles
Et qui n'a de terrestre que l'immense vérité glacée des traîneaux de
   regards sur l'étendue toute blanche
De ce que je ne reverrai plus
A cause d'un bandeau merveilleux
Qui est le mien dans le colin-maillard des blessures.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου