Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Ο ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΥΒΑΝ ΓΚΟΛ


YVAN GOLL (1891-1950)


Η ΑΛΜΥΡΗ ΛΙΜΝΗ


Το φεγγάρι γλείφει σα χειμωνιάτικο ζώο το αλάτι των χεριών σου,
Μα τα μενεξεδιά μαλλιά σου αφρίζουν σαν ένας θάμνος κουφοξυλιάς,
Που μέσα του κραυγάζει ο μικρός έμπειρος μπούφος.

Ιδού για μάς χτισμένη η ζηλεμένη ονειροπολιτεία,
Που οι δρόμοι της είναι μαύροι και άσπροι.
Συ περπατάς πάνω στο σπιθοβόλο χιόνι της ελπίδας,
Για μένα στήνονται τα σίδερα της σκοτεινής γνώσης.

Κατάντικρυ στον ουρανό είναι τα σπίτια με κιμωλία ζωγραφισμένα
Κι οι πόρτες τους από χυτό μολύβι·
Ψηλά μονάχα κάτω απ’ την κορφή φυτρώνουν κίτρινα κεριά
Σαν πρόκες σε αναρίθμητες νεκρόκασσες.

Όμως σε λίγο θά ’μαστε στην αλμυρή λίμνη.
Εκεί τα παγοπούλια μάς παραμονεύουν με τα μακριά τους ράμφη,
Που όλη τη νύχτα με γυμνά χέρια τα παλεύω,
Πριν από μας τα ζεστά πούπουλά τους ετοιμάζουν τη φωλιά.


Μετάφραση: Δ.Π. Παπαδίτσας.


Από το βιβλίο: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, "... δεν άνθησαν ματαίως - Ανθολογία Υπερρεαλισμού", Νεφέλη, Αθήνα 1980, σελ. 263.


*****************************************


LE LAC SALÉ

La lune lèche, animal de l'hiver, le sel de tes mains,
mais ta chevelure écume, violette, comme un seringa,
et la chouette experte y lance des appels.
Voici, bâtie pour nous, la ville quêtée de nos rêves,
où les rues sont toutes noires et blanches,
tu t'avances dans la neige scintillante des promesses,
à moi sont dévolus les rails de l'intellect obscur.
Les maisons ont été dessinées à la craie sur le ciel,
leurs portes sont de plomb fondu ;
seuls, en haut, sous les faîtes, poussent des chandelles jaunes,
comme autant de clous pour des cercueils sans nombre.
Mais bientôt nous la quitterons pour le lac de sel.
Là viendront nous épier les alcyons aux becs longs,
contre lesquels je me battrai, toute la nuit, de mes mains nues,
avant que leur duvet nous serve de chaude couche.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου