Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

ΟΜΙΧΛΗ


ALFRED LICHTENSTEIN (1889-1914)


ΟΜΙΧΛΗ


Ομίχλη λεία, πανάπαλη, του κόσμου εχάλασε την τάξη.
Δεντράκια αναιμικά ξελύνονται μες στων καπνών τη δίνη.
Αιωρούνται σκιές εκεί που επιποθεί η κραυγή μας να πετάξει.
Ανάσες ξεθυμαίνουνε γοργά – λες φλογισμένα κτήνη.

Μαρμαίρουν γκαζοφάναρα στ’ απάτητα της πόλης μέρη·
με μύγες μοιάζουν που ’χαψε ο μυγοχάφτης, σμάρι-σμάρι.
Στον ουρανό, όμως, πάνω, με φωτιές στημένο έχει καρτέρι
η αράχνη της ομίχλης που ’χει το ιοβόλο για ιστό φεγγάρι.

Μιαροί, ωστόσο, εμείς, και ανόσιοι εδώ, στο θάνατο ταμένοι,
τσαλαπατάμε τούτο το έρημό μας μεγαλείο που όλο τρίζει·
μουγκοί στα μάτια τ’ άσπρα μπήγουμε της δυστυχίας, που χαίνει,
σουβλιά σαν νά ’ν’ σώμα της νυχτός που φουσκομένο αφρίζει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

***************************


NEBEL

Ein Nebel hat die Welt so weich zerstört.
Blutlose Bäume lösen sich in Rauch.
Und Schatten schweben, wo man Schreie hört.
Brennende Biester schwinden hin wie Hauch.

Gefangne Fliegen sind die Gaslaternen.
Und jede flackert, daß sie noch entrinne.
Doch seitlich lauert glimmend hoch in Fernen
Der giftge Mond, die fette Nebelspinne.

Wir aber, die, verrucht, zum Tode taugen,
Zerschreiten knirschend diese wüste Pracht.
Und stechen stumm die weißen Elendsaugen
Wie Spieße in die aufgeschwollne Nacht.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου