Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ

Στη σύνταξη σα ναυτικός μα πάντα στη βάρδια
ο Θανάσης, σ’ ένα φτηνό ξενώνα στο Γεράνι.
Δώρα στα εγγόνια γίνονται όλα τα νυχτέρια
έργα φέρν’ η αγάπη του και τα λεφτά που πιάνει.

Η φρόνηση ‘ταν φίλη του, η βαρυγκόμια εχθρός.
Δυο πάθη τον συντρόφεψαν στα καραβίσια χρόνια
η μαστοριά και το γιαχνί, να ευωδιάζουν ώρες.
Μέθη καμιά δε γύρεψε ούτε και τα γαλόνια.

Η θάλασσα τον έβγαλε – όπως κάνει με όλους –
σε τόπους άγριους, κρυφούς, το χρήμα όπου ολοθρεύει
τ’ ανθρώπου κάθε άλλο νόμο. Και πάντα ο έρωτας
πρώτος θα σημαδεύεται γιατί αυτός πρωτεύει.

Μ’ ένα γέλιο ξεμπέρδευε, τα ‘βαζε στην μπάντα.
Οι έρωτές του σιωπηλοί μα θα ‘χε βρει δασκάλα
κι έμαθε Γιαπωνέζικα. Χαλάν τα πλοία και για
καλό, ξηλώνετ’ ο λεφτάς και πιάνει ο ναύτης σκάλα.

Τα χρόνια που τον ήξερα, έρωτες, μαθητείες
κι όλα στην τύχη, άσκοπα. Εκτός από τις μνήμες
τι άλλο έμεινε παρά τα δυο πολύτιμα
κι ευτελή δώρα του για με, αυτά και κάτι ρίμες.

Ο ευγενής και λαϊκός του τρόπος στη ζωή
εκείνες οι λίγες ώρες που του έκανα παρέα
ένα καδράκι στρογγυλό με κόκκινα, χρυσά
πακέτα ’πό τσιγάρα κι ο Απόλλων του Περαία

με κόκκινη κλωστή περασμένη από καρφάκια.
Άκουσα το σφυράκι του μύρισα το τσουκάλι
ο ξένος είν’ ο δάσκαλος κι όχι με λόγια μόνο.
Σου λέω πιάσ’ τον Ύπαρχο στη βάρδια του να σε βάλει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου