Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

29/5/2024

 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ
29/5/2024
Πῆρε ὁ οὐρανὸς μιὰν ἐθελούσια κλίση, νά ’βρει
μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Πειραιᾶ μιὰν ἐπαφή –
σ’ ἕνα συμπαντικὸ κιτάπι εἶχε γραφεῖ
νὰ ξανασμίξουν μὲ τοὺς πάνω οἱ κάτω Γαῦροι.
Προτοῦ ἀπ’ τὴ δάφνη τὸ λιμάνι ὅλο φλομώσει,
εἶχε φροντίσει ὁ Βάσκος γιὰ ὅλα: τὴν μπαλιά,
τὴν προβολή, τὴν ἄμυνα… Καὶ τώρα μ’ ὅση
στὴ μέθη του κρατοῦσε ἀκόμη διαύγεια ὁ νοῦς
νὰ μὲ πλησιάζεις σ’ εἶδα μέσα ἀπ’ τοὺς καπνούς,
καὶ τί ἀγκαλιὰ ποὺ ἦταν ἐκείνη!… Τί αγκαλιά!

PIER PAOLO PASOLINI, «ΒΙΟΣ ΒΙΑΙΟΣ»

 


PIER PAOLO PASOLINI, «ΒΙΟΣ ΒΙΑΙΟΣ»

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ δεύτερο κεφάλαιο)

 

«Ρὲ σὺ Ἄλ, μπὰς κι εἶδες πουθενὰ κεῖνο τὸ Λέλο;» ρώτησε ὁ Τομαζίνο κάποιον Ἄλντο ποὺ πέρναγε ἀπὸ πλάι του. «Γιατί;… μπὰς καὶ τὸν εἶδε καὶ κανὰς ἄλλος;» τοῦ ἀπάντησ’ ἐκεῖνος μ’ ἕνα μορφασμὸ σιχαμάρας λὲς κι ἤθελε νὰ φτύσει. Μετά, ἐπειδὴ τὸ ψιλομετάνιωσε ποὺ τό ’χε παίξει πολὺ μάγκας, πρόσθεσε: «Γιὰ χορὸ θά ’χει πάει». «Φχαριστῶ, μαλάκα μου, γιὰ τὸ νέο!» τοῦ ’κανε ὁ Τομαζίνο καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του· ἦταν ὁ δρόμος τοῦ σχολείου καὶ τῆς αἴθουσας τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ὅπου κάθε Κυριακὴ εἶχε χορό. Καὶ πραγματικὰ ὅλα τὰ πεζοδρόμια —ἂν μποροῦσες νὰ πεῖς ποτὲ πεζοδρόμια κείνους τοὺς διαδρόμους ἀπὸ λάσπη καὶ κοτρόνια στὶς ἄκρες τοῦ δρόμου— ἦταν ὅλα γεμάτα νεαροὺς ντυμένους στὴν τρίχα καὶ ἐξοδούχους φαντάρους ἀπ’ τὸ στρατόπεδο. Χειμώνας, Δεκέμβριος μήνας· ἀλλ’ ἀπ’ τὴ ζέστη πού ’κανε, ἤσουν στὴν κυριολεξία λούτσα στὸν ἱδρώτα, ἐνῶ ἡ ὁμίχλη ποὺ ἐσκέπαζε τὴν Πιετραλάτα καὶ τοὺς ἀγρούς της γύρω ἀπ’ τὸν Ἀνιένε ἔμοιαζε ἀτμὸς ἀπὸ χαμάμ. Ὁ Τομαζίνο πήγαινε στὴ μέση τοῦ δρόμου μὲ τὰ χέρια στὰ τσεπάκια του πέτσινου μπουφάν του στὸ ὕψος τῶν ἀγκώνων· ἐβάδιζε προσεχτικά, πρῶτα πατοῦσε τὸ ένα πόδι κι ἔπειτα τὸ ἄλλο, σὰν νὰ τὸν πονοῦσαν οἱ πατοῦσες, σκυμμένος ἐλαφρὰ πρὸς τὰ ἐμπρός — ἔδινε τὴν ἐντύπωση τοῦ ψόφιου ἀπὸ τὴν κούραση.

«Ρὲ σὺ Τσουτσουνίτσα,[1] μπὰς κι εἶδες πουθενὰ κεῖνο τὸ Λέλο;» ρώτησε τώρα κάποιον ἄλλο ποὺ κουβέντιαζε ντυμένος λὲς κι ἦταν Αὔγουστος, ἐνῶ οἱ μπουκλίτσες τῶν σγουρῶν μαλλιῶν του τοῦ ’πεφταν, ἀπ’ τὴν ὑγρασία πού ’χε ἴσαμε τὰ ρουθούνια. «Ὄχι», τοῦ ’πε ὁ ἄλλος ἀπότομα, ἀλλὰ ὁ Τομαζίνο οὔτε ποὺ σταμάτησε κὰν ν’ ἀκούσει τὴν ἀπάντηση, ἀφοῦ τὴν ἐρώτηση τοῦ τὴν εἶχε κάνει ἔτσι μόνο γιὰ νὰ τὴν κάνει, γιὰ νὰ πεῖ μιὰ κουβέντα γνωστοποιώντας ἔτσι τὴν παρουσία του. Τὸ ’ξερε —ἐννοεῖται— ὅτι κεῖνος ὁ μουλόσπορος ὁ Λέλο ἤτανε στο χορὸ καὶ χόρευε.

Ἡ αἴθουσα βρισκόταν σ’ ἕνα μονώροφο σπιτάκι βαμμένο ρόζ, μὲ τρία παραθυράκια στὴ σειρὰ καὶ μὲ μιὰ πόρτα πού ’βγαζε σὲ μιὰν αὐλίτσα· ἡ αὐλίτσα ἔβλεπε σ’ ὅλο τὸ δρόμο. Ἦταν ἕνα σπιτάκι σὰν ὅλα τ’ ἄλλα ἐκεῖ τριγύρω, δέκα-δέκα καὶ δώδεκα-δώδεκα στὴ σειρά, πανόμοια μεταξύ τους, κι ὅλα τους εἶχαν βρόμικες αὐλὲς μπροστά τους. Ἦταν τὰ σπίτια τῶν προσφύγων· τὰ «προσφυγικά» ἦταν ὅλα τους ἀραδιασμένα ἀνάμεσα στὶς λαϊκὲς πολυκατοικίες. Δῶ καὶ κεῖ ὑπῆρχε καὶ κανὰ δεντράκι στραβόκορμο, χωρὶς οὔτ’ ἕνα φυλλαράκι ἀπάνω του, ἢ κανὰ πλίθινο δημόσιο ἀποχωρητήριο.

Ἡ πόρτα καὶ τὰ παράθυρα τῆς σάλας ἦταν ἀνοιχτά, καὶ τὸ φῶς της ἔβγαινε καὶ καθρεφτιζόταν στὴ μικρὴ αὐλή. Μέσα κι ἔξω γινόταν χαμὸς ἀπὸ πιτσιρίκια, ἀπὸ ἀμούστακα παλικαράκια, ἀπὸ ξεπεταγμένες κοπελάρες κι ἀπὸ κάτι σουρωμένους κοντοπίθαρους, κι εἶχες τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν βρισκόσουν σὲ σάλα, μὰ σὲ πλατεία.

«Ρὲ σὺ Λέλο, γαμῶ τὸ σόι σου τὸ γαμημένο ρέ!» ἔβγαλε δυνατὴ φωνὴ ὁ Τομάζο μ’ ὅλη τὴ δύναμη πού ’χε στὰ πνευμόνια του καὶ μὲ τὰ μοῦτρα του ξινισμένα, μόλις εἶδε τὸν Λέλο ἀραχτὸ σ’ ἕνα ντουβάρι γεμάτο τρύπες σὰ σουρωτήρι. (…)

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.



[1] Τσουτσουνίτσας: παρατσούκλι· Cazzitì στὸ πρωτότυπο.

 


ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥΣ

 

Οι απλοί άνθρωποι του λαού όχι μόνο δεν μιλούν πλέον διάλεκτο, αλλά στην πραγματικότητα ντρέπονται γι' αυτό. Η τηλεόραση τού προσφέρει ένα μοντέλο διαφορετικής συμπεριφοράς, από τη γλώσσα έως και  τις χειρονομίες κατά την ώρα του φαγητού: έτσι, ο λαός και η τηλεόραση καταστρέφουν με αχρείο τρόπο ολόκληρο τον μύθο μου. Για τις απλές γυναίκες του λαού το πρόβλημα του υψηλού κόστους ζωής έχει αντικαταστήσει το πρόβλημα της μεγάλης φτώχειας, αλλά η φτώχεια ήταν καλύτερη: διότι τότε ήσαν πιο ευτυχισμένες.

 

Οι απλοί άνθρωποι του λαού τώρα πια δεν γελάνε. Στα πρόσωπα τους βλέπεις σήμερα μόνο γκριμάτσες χλευασμού, όχι χαμόγελα, και είμαστε εμείς, με το μικροαστικό μας όραμα, αυτοί που πιστεύουμε ότι οι κατώτερες τάξεις είναι πιο ικανοποιημένες από ό,τι στο παρελθόν επειδή έχουν στο σπίτι τους διάφορες συσκευές, ίσως αυτοκίνητο, ή ντύνονται και μιλούν όπως όλοι οι άλλοι.

 

Όταν έρχομαι αντιμέτωπος με αυτό το τρομακτικό, το πραγματικά φασιστικό φαινόμενο της επιπολιτισμοποίησης, γίνομαι ο πιο ένθερμος συντηρητικός: η επιπολιτισμοποίηση έχει καταστρέψει την ατομική κουλτούρα, και επομένως και τη διάλεκτο, δηλαδή την πραγματική κουλτούρα.

 

Pasolini: «Il Giorno», 29 Δεκεμβρίου 1973,

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΘΕΩΡΙΑ


 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ : ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΘΕΩΡΙΑ

24 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΖΙ


24 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΖΙ
PowerBook G4
Δεν πέθανε, αλλά μάλλον τρελάθηκε σήμερα, και άλλα του έλεγες και άλλα έγραφε.
Τα τελευταία 10 χρόνια δούλευε απλώς πληκτρολόγιο. Από σήμερα είναι cdplayer.
Ευγνώμων.

ΠΟΙΗΜΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ "ΤΥΡΒΗ"





 ΠΟΙΗΜΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ "ΤΥΡΒΗ"

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1961 ΕΓΡΑΦΕ Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ

 


PIER PASOLO PASOLINI

 

Η ΦΗΜΗ

 

Ουδέποτε πρόκειται να θυσιάσω τίποτα για τη φήμη μου. Ελπίζω ότι όσοι είναι φίλοι μου, είτε προσωπικοί, είτε ως αναγνώστες, είτε ως ταξικοί σύντροφοι (και στα μάτια των οποίων, το ξέρω, πέφτει μια σκιά κάθε φορά που διακυβεύεται η φήμη μου, και είναι σκιά που μου προκαλεί τρομερό πόνο) να είναι τόσο επικριτικοί, τόσο αυστηροί και τόσο αγνοί, που δεν θα επιτρέψουν στον εαυτό τους να μολυνθεί από το όποιο σκάνδαλο. Αν συνέβαινε αυτό, αυτοί θα ήταν οι ηττημένοι. Αν υποχωρούσαν έστω και για μια στιγμή και έδιναν την παραμικρή αξία στην καμπάνια του εχθρού, το δίχως άλλο θα έπαιζαν το παιχνίδι των εχθρών τους. Δεν πολεμάς μόνο στις πλατείες, στους δρόμους, στα εργαστήρια, ούτε μόνο με τις ομιλίες, με τα γραπτά, με τους στίχους. Η πιο σκληρή μάχη είναι αυτή που γίνεται στο βάθος των συνειδήσεων, στις πιο λεπτές ραφές των συναισθημάτων. Προσωπικώς ουδεμία σχέση έχω (ούτε από άποψη ψυχολογίας, ούτε από άποψη βιογραφίας, ούτε από άποψη ύφους) με τους ποιητές, όσο μεγάλοι κι αν είναι, όπως μου αναφέρατε. Μόνο το φασιστικό τέρας μπορεί να προτείνει τέτοιες υποθέσεις. Και θα τις προτείνει σίγουρα. Αλλά ακούγοντάς τες, απλώς και χρόνο σπαταλάς και αξιοπρέπεια χάνεις.

 

Επιθεώρηση «Νέοι Δρόμοι» («Vie Nuove», τχ. 51, 28 Δεκεμβρίου 1961.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Μ᾽ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

Μ᾽  ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

 

Τῆς Καλλονῆς τὸ γέλιο σὰν δενδρύλλιο

τὰ φύλλα του ἅπλωσε μὲ δρόσου κράση.

Λεπτῆς ἀνάσας γάζα στὸ κεράσι

τῶν δυὸ χειλῶν της κάλεσε τὸν ἥλιο

 

νὰ πλέξει ρίμες. Τῶν φιλιῶν ἀχτίδες

κελάρυζαν τὴ ρώμη τους στὸ στόμα

σὰν δάσος ἤχων ποὺ ἦρθαν ἀπ᾽ τὸ χῶμα

 

τῆς ὕπαρξης θνητοί· μὰ ἐσὺ τοὺς εἶδες

ν᾽ ἀθανατίζονται ὄντας ἐν διεγέρσει.

 

Nulla al mondo e che non possano i  versi.

 

Στὸν κόσμο τίποτα δὲν θὰ σοῦ τύχει

νὰ μὴ μποροῦν νὰ σοῦ τὸ ποῦν οἱ στίχοι.


ΜΕ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ Ο ΔΙΕΓΟ ΡΙΒΕΡΑ

 


PABLO NERUDA

 

ΜΕ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ Ο ΔΙΕΓΟ ΡΙΒΕΡΑ

 

Μὲ τῆς ἀρκούδας τὴν ὑπομονὴ ὁ Διέγο Ριβέρα

τοῦ δάσους τὸ σμαράγδι στὴ ζωγραφικὴ ζητοῦσε

ἢ τὸ κιννάβαρι, τὸ ξαφνικὸ ἄνθος τῶν αἱμάτων·

τὸ φῶς τοῦ κόσμου ἐσύναζε στὴν προσωπογραφία σου.

 

Τὴ μύτη σου ἔφτιαχνε μὲ τὴ βασιλικὴ στολή της,

τὶς ἀστραπὲς ζωγράφιζε τῶν ξέχειλων ματιῶν σου,

τὰ νύχια σου ποὺ τρέφουνε τὴ ζήλεια τῆς σελήνης,

τὸ δέρμα σου τὸ θερινό, τὸ καρπουζόστομα σου.

 

Κεφάλια δυὸ σοῦ ἐφόρεσε ὡς ἡφαίστεια ἐν δράσει

ποὺ τίναζαν φωτιά, ἔρωτα καὶ ράτσα ἀραουκάνα,

καὶ πάνω ἀπὸ τὶς δύο ὄψεις σου ἀπὸ χῶμα καὶ χρυσάφι

 

μιὰν ἄγρια πυρκαγιὰ ἄναψε σὰν περικεφαλαία.

Κρυφὰ ἔμειναν ἐκεῖ τὰ μάτια μου τὰ μπερδεμένα

στὸν ὁλικό σου πύργο πού ᾽ν᾽ τὰ ὑπέροχα μαλλιά σου.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής

Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ

 

Τι είναι αυτό που κάνει τον ποιητή να δυσαρεστείται; Είναι τα άπειρα προβλήματα που υπάρχουν και κανείς δεν είναι ικανός να τα λύσει. Και χωρίς την επίλυσή τους η γαλήνη, η αληθινή γαλήνη, γαλήνη του ποιητή είναι ανέφικτη.

Να ένα παράδειγμα: η αποικιοκρατία. Αυτή η αναχρονιστική βία ενός έθνους πάνω σε άλλο έθνος, με νωπά ίχνη μαρτύρων και θανάτων. Ή η πείνα για εκατομμύρια και εκατομμύρια υποπρολετάριους.

Ή ο ρατσισμός. Ο ρατσισμός ως ηθικός καρκίνος του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος, όπως ακριβώς και ο καρκίνος, έχει άπειρες μορφές. Είναι το μίσος που γεννιέται από τον κονφορμισμό, από τη θεσμολαγνεία, από την αλαζονεία της πλειοψηφίας. Είναι το μίσος για οτιδήποτε είναι διαφορετικό, για οτιδήποτε δεν χωράει στον κανόνα και επομένως διαταράσσει την ευταξία της αστικής τάξης. Αλίμονο σε όσους είναι διαφορετικοί!

 

Επιθεώρηση «Νέοι Δρόμοι» («Vie Nuove»), τχ 38 (20 Σεπτεμβρίου 1962)

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

ΡΗΤΑ, ΡΗΤΟΤΑΤΑ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΡΗΤΑ, ΡΗΤΟΤΑΤΑ

 

Οἱ λέξεις εἶναι τῆς σιωπῆς φτεροῦγες:

μιλοῦν πετώντας, μεταφράζουν ἤχους

ἀνήκουστους σὲ στόματα κλεισμένους.

Εἶναι καὶ θραύσματα ἀσπασμῶν τοῦ λόγου

μὲ τῆς ψυχῆς εἰκόνες μὲς στῆς φύσης

τὰ εἰκάσματα, στοῦ νοῦ τὶς δόξες. Ὅταν

συνάζονται, πετοῦν οὐράνια τόξα.

Ὀνείρων χρώματα καὶ πράξεων κράσεις

σὰν σιντριβάνια ἀνοίγονται σὲ πτήσεις

πάνω ἀπὸ κλίνες καὶ ὄνυχες μὲ φῶτα,

μὲ μίσχους, μὲ στελέχη, μὲ ἀκρωτήρια

σὲ χερσονήσους ἥμερων λεόντων.


ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ, ΟΧΙ, ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ


 

PABLO NERUDA

 

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ, ΟΧΙ, ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ

 

(Πλωριὰ γοργόνα)

 

Τὸ ξύλινο κορίτσι, ὄχι, δὲν ἦρθε περπατώντας·

στὰ ξαφνικὰ ἔφτασε καὶ πῆγε κι ἔκατσε στὰ τοῦβλα·

τῆς θάλασσας ἀρχαῖα ἄνθη τῆς σκεπάζαν τὸ κεφάλι

κι εἶχε τὸ βλέμμα της τὴ θλίψη πού ᾽χουν πάντα οἱ ρίζες

 

Ἔστεκε ἐκεῖ καὶ κοίταζε τὶς ἀνοιχτὲς ζωές μας,

τὸ πάω, τὸ εἶμαι καὶ τὸ φεύγω ἀπὸ τῆς γῆς τὸν κόσμο,

τὴ μέρα ποὺ τῆς ξέβαφε σιγὰ-σιγὰ τὰ φύλλα.

Ἀνείδωτα μᾶς βίγλιζε τὸ ξύλινο κορίτσι.

 

Κύμα πανάρχαιο εἶχε στεφανώσει τὸ κορίτσι

ποὺ ἐκοίταζε μὲ βλέμματα καὶ μάτια νικημένα,

κι ἂς ἤξερε ὅτι ζοῦμε σὲ μιὰ μακρινὴν ἀπόχη

 

πιασμένοι στὸ νερό, στὸν χρόνο, στὴ βροχή, στοὺς ἤχους,

κι ἂς μὴ νογοῦσε ἂν εἴμαστε ἢ ὄχι ἕνα ὄνειρο δικό της.

Τοῦ ξύλινού μας κοριτσιοῦ αὐτή ᾽ναι ἡ ἱστορία.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ

 

Τρία χρόνια τώρα προσπαθώ να μην βρίσκομαι στην Ιταλία τα Χριστούγεννα. Το κάνω επίτηδες, πεισματικά, και με πιάνει απελπισία στην ιδέα ότι δεν θα τα καταφέρω, αν ίσως αποδεχθώ το βάρος της υπερβολικής εργασίας, ή παραιτηθώ από οποιαδήποτε άδεια και δεν κάνω ένα διάλειμμα για ξεκούραση.

Αδυνατώ να εξηγήσω πλήρως στον αναγνώστη του "Tempo" το γιατί. Αυτό θα συνεπαγόταν ότι παραχωρώ τη βία και τη δύναμη της καινοτομίας σε παλιά συναισθήματα. Δηλαδή, μια "στιλιστική" δοκιμή που μπορεί να ξεπεραστεί μόνο μέσω της ποιητικής έμπνευσης. Η οποία δεν έρχεται και όποτε τη θέλεις. Είναι ένα είδος πραγματικότητας που ανήκει στον παλιό κόσμο, στον κόσμο των θρησκευτικών Χριστουγέννων: και εξακολουθεί να ταιριάζει στον παλιό της ορισμό.

Θυμάμαι πολύ καλά ότι για μένα, ακόμα και όταν ήμουν παιδί, οι χριστουγεννιάτικες διακοπές ήταν κάτι εξόχως ηλίθιο: μια πρόκληση της Παραγωγής απέναντι στον Θεό. Ωστόσο, τότε, ήμουν ακόμα εντελώς βυθισμένος στον «αγροτικό» κόσμο, σε κάποιο μυστηριώδες χωριό μεταξύ των Άλπεων και της θάλασσας, ή σε κάποια μικρή επαρχιακή πόλη (όπως η Κρεμόνα, το Σκαντιάνο). Υπήρχε απευθείας γραμμή σύνδεσης με την Ιερουσαλήμ. Ο καπιταλισμός δεν είχε «καλύψει» ακόμα πλήρως τον αγροτικό κόσμο, από τον οποίο άλλωστε προερχόταν ο ηθικισμός του και στον οποίο στήριζε τους  εκβιασμούς του: Θεός, Πατρίδα, Οικογένεια. Αυτός ο εκβιασμός ήταν δυνατός, επειδή αντιστοιχούσε, αρνητικά, ως κυνισμός, σε μια πραγματικότητα: στην πραγματικότητα του επιζώντος θρησκευτικού κόσμου.

Τώρα ο νέος καπιταλισμός αυτόν τον εκβιασμό δεν τον έχει καμία ανάγκη — εκτός μόνο από τα άκρα όριά του, ή στις επιζώσες νησίδες ή στα έθιμα (που σβήνουν). Για τον νέο καπιταλισμό η πίστη του οποιουδήποτε στον Θεό, στην Πατρίδα ή στην Οικογένεια είναι θέμα εντελώς αδιάφορο. Στην πραγματικότητα έχει δημιουργήσει τον δικό του νέο αυτόνομο μύθο: την ευημερία. Και ο ανθρώπινος τύπος του δεν είναι ο θρησκευόμενος άνθρωπος ή ο ευγενής κύριος, αλλά ο καταναλωτής που είναι ευτυχής όντας καταναλωτής.

Όταν ήμουν, λοιπόν, παιδί, η σχέση μεταξύ Κεφαλαίου και Θρησκείας (κατά τις μέρες των Χριστουγέννων) ήταν φρικτή μεν, πλην όμως υπαρκτή, πραγματική. Τώρα αυτή η σχέση δεν έχει πλέον κανέναν λόγο υπάρξεως. Είναι πέρα ώς πέρα παράλογη. Ίσως δε ο παραλογισμός αυτός είναι και ο λόγος που στενοχωριέμαι και με κάνει να φεύγω. (Πηγαίνω σε χώρες μουσουλμανικές). Η Εκκλησία (στην Ιταλία, όταν ήμουν παιδί, στα χρόνια του φασισμού) ήταν υποτελής στο Κεφάλαιο: το Κεφάλαιο την εκμεταλλευόταν ως όργανό του και αυτή είχε γίνει όργανο της εξουσίας. Είχε παραχωρήσει στις μεγάλες βιομηχανίες ένα βρεφάκι δίπλα σε ένα γαϊδουράκι και σε μια γελαδίτσα. Μήπως, άραγε, τότε δεν παρέλασε και κάτω από τα λάβαρα του Μουσολίνι, του Χίτλερ, του Φράνκο και του Σαλαζάρ; Τώρα, ωστόσο, η Εκκλησία μου φαίνεται, υπό μίαν έννοια, ακόμη πιο υποτελής στο Κεφάλαιο σε σχέση με παλιά. Στην πραγματικότητα, παλιά, η Εκκλησία σωζόταν από την όποια αυθεντικότητα υπήρχε στον προβιομηχανικό και αγροτικό κόσμο (και από όποιο βιοτεχνικό στοιχείο είχε απομείνει στις παλιές βιομηχανίες): τώρα, όμως, δεν έχει αντίστοιχο. Δεν μπορεί καν να πει ότι εκμεταλλεύεται και αυτή με τη σειρά της το Κεφάλαιο: στην πραγματικότητα το Κεφάλαιο εκμεταλλεύεται την Εκκλησία μόνο από συνήθεια, για να αποφύγει τους θρησκευτικούς πολέμους, για λόγους ευκολίας. Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται πλέον καθόλου την Εκκλησία.  Αν δεν υπήρχε, θα μπορούσε πολύ καλά να κάνει χωρίς αυτήν. Τώρα, σε τέτοιες περιπτώσεις, η εκμετάλλευση πρέπει να είναι αμοιβαία, ώστε να εξυπηρετούνται και οι δύο. Στο σημείο αυτό η Εκκλησία θα πρέπει, επομένως, να διακρίνει τις δικές της εορταστικές εκδηλώσεις (αν εξακολουθεί, με τρόπο αρχαϊκό, να ενδιαφέρεται) από εκείνες της Κατανάλωσης. Θα πρέπει να διακρίνει, για να το πούμε ωμά, την όστια της θείας ευχαριστίας από το πανετόνε και τα λοιπά γλυκά. Αυτή η αμηχανία ανάμεσα στη Θρησκεία και την Παραγωγή είναι φρικτή. Και πράγματι ό,τι ακολουθεί είναι αφόρητο και για το μάτι και για όλες τις άλλες αισθήσεις.

Τα Χριστούγεννα ασφαλώς και  είναι στην πραγματικότητα αρχαία παγανιστική γιορτή (η γέννηση του ήλιου), και ως τέτοια ήταν αρχικά γιορτή χαρούμενη: αυτή η προγονική χαρά χρειάζεται ίσως ακόμα, εποχικά, να εκραγεί σε έναν άνθρωπο που πρόκειται να οργώσει τη Σαχάρα με μηχανικά τέρατα. Μόνο που έτσι η εν λόγω παγανιστική γιορτή πρέπει να ξαναγίνει παγανιστική: η υποκατάσταση της φυσικής φύσης από τη βιομηχανική φύση πρέπει να είναι πλήρης, ακόμη και στις γιορτές. Και η Εκκλησία πρέπει να ξεφύγει από αυτό το πλαίσιο. Δεν μπορεί πλέον να είναι και αγρότισσα και αδαής: δεν μπορεί πλέον να προσποιείται ότι δεν γνωρίζει ότι η εορτή των Χριστουγέννων είναι στην πραγματικότητα αρχαία γιορτή που γιορτάζεται in pagis, παγανιστικά δηλαδή, και ότι το προκύψαν και επιζών στις μέρες μας αμάλγαμα είναι αρχαϊκό και μεσαιωνικό. Η παράδοση των φατνών της γέννησης και των χριστουγεννιάτικων δέντρων πρέπει να καταργηθεί από μια Εκκλησία που επιθυμεί να επιβιώσει στον σύγχρονο κόσμο. Και αυτό το πράγμα δεν πρέπει να το γνωρίζουν μόνο οι εκκεντρικοί, οι προοδευτικοί και οι καλλιεργημένοι ιερείς.

Τα Χριστούγεννα  ως παγανιστική-νεοκαπιταλιστική γιορτή θα είναι πάντα μα πάντα φρικτά. Είναι ένα Ersatz, ένα υποκατάστατο πολέμου — μαζί με τα week-ends και τις άλλες παρόμοιες γιορτές. Στις μέρες μας έχει γεννηθεί και πολλαπλασιάζεται μια ψύχωση αναμφισβήτητα πολεμική. Η ατομική επιθετικότητα θεριεύει. Ο αριθμός των νεκρών εκτοξεύεται ιλιγγιωδώς στα ύψη. Πρόκειται για πραγματική σφαγή. Λένε: πολλά Βιετνάμ. Μα τα πολλά Βιετνάμ ήδη υπάρχουν. Ακριβώς, σε αυτές τις εορταστικές περιστάσεις, στις οποίες η γιορτή είναι η διακοπή μιας συνήθειας εκμετάλλευσης, αποξένωσης, του κώδικα, της ψευδούς ιδέας του εαυτού: όλα αυτά τα πράγματα είναι γεννημένα από το διάσημο έργο, το οποίο εξακολουθεί να είναι αυτό που επαινούν οι πινακίδες στα χιτλερικά  στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από αυτή τη διακοπή γεννιέται μια ψευδής ελευθερία, στην οποία ξεσπά ως έκρηξη ένα αρχαϊκό ένστικτο επιβολής και επιβεβαίωσης. Και όποιος επιβάλλεται επιβεβαιώνεται επιθετικά, μέσα από σκληρό ανταγωνισμό, κάνοντας τα πιο συνηθισμένα πράγματα με τον πιο συνηθισμένο τρόπο. Ναι, είναι μια τρομερή νότα στα Χριστούγεννα που γιόρτασα. Και δεν έχω τίποτα να παραχωρήσω σε τίποτα. Καμία καλή θέληση. Καμία γλυκανάλατη κίνηση καλών τρόπων. Έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν έχει νόημα να το κρύβουμε, ούτε καν λίγο.

 

Περιοδικό "Tempo", τ. 1, 4 Ιανουαρίου 1969, σ. 10.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΟΤΑΝ ΣΕ ΑΓΑΠΟΥΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΣΟΥ...

 


ΟΤΑΝ ΣΕ ΑΓΑΠΟΥΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΣΟΥ...
... αυτός είναι ο μεγαλύτερος έπαινος για τον δάσκαλο.
Από παλιά μου φοιτήρια έλαβα ευχές με την αναρτώμενη εδώ φωτογραφία και τη λεζάντα "Kentrotis' shelf".

ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ


















ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ

Σε δική μου μετάφραση
Σονέτα από το "Ασματολόγιο"
Θα εκδοθούν μέσα στο 2026 από τον Gutenberg

ΑΥΤΟΒΙΟΡΓΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΑΥΤΟΒΙΟΡΓΑΦΙΚΑ ΕΡΓΑ

 

Όπως καλά γνωρίζεις, όλα τα έργα είναι αυτοβιογραφικά, ακόμα δε και εκείνα, στα οποία δεν μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν σαφή αυτοβιογραφικά στοιχεία. Αναρωτιέμαι. Λοιπόν, γιατί αυτή η κοινότοπη αλήθεια γίνεται στα μάτια όσων ενδιαφέρονται για το έργο μου τόσο μακροσκοπική. Σημάδι ρατσισμού; Ε, ναι, το πιστεύω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΜΑΤΑΙΩΣΗ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΜΑΤΑΙΩΣΗ

 

Η ματαίωση ή ακόμα και το νευρωτικό άγχος είναι τώρα πια  συλλογικές καταστάσεις του νου.

 

(Pasolini, "Corriere della Sera", 9 Δεκεμβρίου 1973)

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ












ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ

Σε δική μου μετάφραση
Σονέτα από το "Ασματολόγιο"
Θα εκδοθούν μέσα στο 2026 από τον Gutenberg

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 


TRISTAN TZARA

 

ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

χιόνια ίσαμε να εξαπατηθούμε

στοιβάξτε τα μεθύσια

 

καπετάνιοι της ομίχλης

με βλέμματα μαυραγορίτικα

θαμνόδεντρων και γυναικών

στα γέλια τους μέσα πνιγμένων

 

στους κρυψώνες με τις γκάιδες

τα δριμύτατα σπάργανα μύχιων συμβάντων

 

κροταλίζουνε μικρές φωτιές

στις μουλιασμένες νωθρότητες

μικρών αρχόντων

κάτω από το κάλυμμα των λέξεων

 

μόνο ένα άλμα υπάρχει ξυπνήστε τους οραματιστές

αν θέλετε να διασχίσει το στηθαίο των ζιζανίων η φλόγα

 

χιόνια χιόνια σκεπάστε μας

άνεμε νυχτερινέ της μεσημβρίας άνεμε

πέτρες πάντα και ξανά

τα μαχαίρια του χαλαζιού

ο θάνατος τρέχει γρήγορα είναι ελαφρότερος

νεότητα απ’ το χώμα όσων κουβαλάμε μέσα μας

 

τότε έρχονται οι πολυαγαπημένοι

επαιτώντας τη σιωπή

τα σάρκινα χείλη

στα χείλη κολλημένα των τάφων

 

εγώ είμαι αυτός που έγραψε τούτο το ποίημα

στη μοναξιά της κάμαράς μου

όσο για εκείνους που τους κλαίω

ο θάνατος είναι γλυκός και εντός του άπαντες διαμένουν

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.