Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΤΗΝ ΟΡΕΣΤΕΙΑ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΣΤΟΝ
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΑΤΟΣ
Ξεκίνησα να μεταφράζω την Ορέστεια κατόπιν
αιτήματος του Βιτόριο Γκάσμαν: όπερ σημαίνει όντας εντελώς απροετοίμαστος.
Είναι αλήθεια ότι το αίτημα εκ μέρους του Γκάσμαν μου ήρθε, αφού πληροφορήθηκε
ότι μετέφραζα τον Βιργίλιο — και ο κύκλος είναι κάπως κλειστός: ναι, αλλά ο
Βιργίλιος δεν είναι ο Αισχύλος και τα λατινικά δεν είναι ελληνικά.
Εν πάση περιπτώσει ξεκίνησα αμέσως με ενθουσιασμό —
από τη βιβλιογραφία. Αλλά τι μπορούσα να κάνω, αν είχα μπροστά μου μόνο κάτι
λίγους μήνες να τελειώσω τη μετάφραση, και μάλιστα με ιερόσυλους συνδυασμούς σε
δύο-τρία συνεχόμενα σενάρια; Έτσι, το μόνο που μου είχε απομείνει ήταν να
ακολουθήσω το βαθύ, άπληστο, αδηφάγο ένστικτό μου, το οποίο, ως συνήθως, άρχισα
με μεγάλη υπομονή να το αντιμάχομαι — ξεκινώντας από τη βιβλιογραφία... Ρίχτηκα
στο κείμενο, καταβροχθίζοντάς το σαν άγριο θηρίο, με γαλήνια διάθεση: ένας
σκύλος με ένα κόκκαλο, ένα υπέροχο κόκκαλο φορτωμένο με άπαχο κρέας, και ο
σκύλος να το κρατάει σφιχτά ανάμεσα στα πόδια του, προστατεύοντάς το, το δε οπτικό
πεδίο να είναι μικροσκοπικό. Με την άγρια ωμότητα του ενστίκτου, άνοιξα και
άπλωσα τρία κείμενα γύρω από τη γραφομηχανή μου: «Αισχύλος», Τόμος II, με επιμέλεια και μετάφραση του Paul Mazon, Les belles lettres, Παρίσι, 1949· «Η
Ορέστεια του Αισχύλου», με επιμέλεια του George Thomson, M.A., University Press, Cambridge, 1938· και «Αισχύλος: οι
τραγωδίες», με επιμέλεια του Mario
Untersteiner,
Istituto
editoriale
italiano,
Μιλάνο, 1947.
Σε περιπτώσεις διαφωνιών, είτε στα κείμενα είτε στις
ερμηνείες, έκανα αυτό που μου έλεγε το ένστικτό μου: διάλεγα το κείμενο και την
ερμηνεία που μου άρεσε περισσότερο. Να φερθώ χειρότερα από όπως φέρθηκα, όχι δεν
θα μπορούσα.
Ήξερα ότι υπήρχαν και άλλες καλές ιταλικές μεταφράσεις
(του Valgimigli,
του Traverso
και, όπως μου λέει ο Bassani,
του Ricco),
αλλά δεν ήθελα να τις διαβάσω, δεδομένου του περιορισμένου χρόνου που είχα στη
διάθεσή μου, για να δώσω λύση στους ενδοιασμούς μου και να εξαλείψω πιθανές αμφισημίες.
Πώς να μεταφράσω; Τα «ιταλικά» που είχα στη φαρέτρα
μου ήταν, φυσικά, αυτά του ποιήματός μου «Η τέφρα του Γκράμσι» (με μερικές
εκφραστικές πινελιές που επέζησαν από το άλλο ποίημά του, από το «Αηδόνι της
Καθολικής Εκκλησίας»): γνώριζα (ενστικτωδώς) ότι μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω.
Φυσικά, η αιδημοσύνη… η ντροπαλότητα μπροστά σε ένα μεγάλο κείμενο δεν είναι λίγη:
είναι δε ντροπαλότητα που εκδηλώνεται κάτω από τη γλωσσική όψη που έχει η
αναστολή του μεταφραστικού έργου. Σέρνω αυτές τις αράδες και ακόμα πολεμάω να
εξαλείψω όσο μπορώ αυτή την αίσθηση, τη γεύση της: βρίσκομαι μόλις στο πρώτο σχεδίασμα,
και, άρα, η δουλειά μου έχει πολύ δρόμο ακόμα.
Η γενική γλωσσική τάση ήταν να τροποποιούνται συνεχώς
οι υπέροχοι τόνοι σε τόνους αστικού πολιτισμού: μια απεγνωσμένη διόρθωση κάθε
κλασικιστικού πειρασμού. Εξ ου και μια στροφή προς την πρόζα, προς την χθαμαλή
λελογισμένη άρθρωση. Ως γλώσσα τα
ελληνικά του Αισχύλου δεν μου φαίνονται ούτε γλώσσα επιλεκτική ούτε γλώσσα εκφραστική:
είναι γλώσσα άκρως εργαλειακή. Μερικές φορές φτάνουν σε σημείο στοιχειώδους και
άκαμπτης απίσχνασης και λεπτότητας: σε μια σύνταξη απαλλαγμένη από τα
φωτοστέφανα και τις αντηχήσεις που μας έχει συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε και
να δεξιωνόμαστε ο ρομαντικός κλασικισμός — εννοώ μια συνεχή νύξη στο κλασικό
κείμενο συνδυαζόμενη με έναν παραδειγματικό και ιστορικώς αφηρημένο κλασικισμό.
Στην πραγματικότητα, η γλώσσα του Αισχύλου, όπως κάθε
γλώσσα, είναι υπαινικτική, ναι· αλλά η υπαινικτικότητά της αφορά έναν
συλλογισμό που είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από μυθικός και είναι ασφαλώς εξ
ορισμού ποιητικός· αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο και ιστορικώς επαληθεύσιμο
συνονθύλευμα ιδεών. Το νόημα των τραγωδιών του Ορέστη είναι αποκλειστικά
πολιτικό. Η Κλυταιμήστρα, ο Αγαμέμνων, ο Αίγισθος, ο Ορέστης, ο Απόλλων και η
Αθηνά, εκτός από μορφές γεμάτες ανθρωπινότητα, μορφές αντιφατικές, πλούσιες,
έντονα προσδιορισμένες και έντονα απροσδιόριστες (ας δούμε την ευγένεια του
πνεύματος που επιμένει να απαντάται στους ηθικά και κοινωνικά/πολιτικά
«αρνητικούς» χαρακτήρες της Κλυταιμήστρας και του Αίγισθου), είναι πάνω απ' όλα
—με την έννοια ότι είναι ιδιαίτερα αγαπητοί στον συγγραφέα— σύμβολα: ή όργανα
για τη σκηνική έκφραση ιδεών, εννοιών: εν ολίγοις, με μια λέξη, βοηθούν στην
αυτού που σήμερα εμείς αποκαλούμε ιδεολογία.
Το αποκορύφωμα της τριλογίας είναι αναμφίβολα η
κορύφωση των Ευμενίδων, όταν η Αθηνά εγκαθιδρύει την πρώτη δημοκρατική
συνέλευση στην ιστορία. Κανένα γεγονός, κανένας θάνατος, καμία αγωνία στις
τραγωδίες δεν προκαλεί συγκίνηση πιο βαθιά και απόλυτη ως συναίσθημα από αυτή
τη συγκεκριμένη σελίδα.
Η πλοκή των τριών τραγωδιών του Αισχύλου είναι η εξής:
σε μια πρωτόγονη κοινωνία, κυριαρχούν αρχέγονα, ενστικτώδη και σκοτεινά
συναισθήματα (οι Ερινύες), πάντα έτοιμα να ανατρέψουν τους ανεπεξέργαστους
θεσμούς της (τη μοναρχία του Αγαμέμνονα), λειτουργώντας κάτω από τη «μήτρα» ως
σημείο της μητέρας, και που πρέπει να κατανοηθεί ακριβώς ως μια άμορφη και
αδιάφορη μορφή φύσης.
Απέναντι όμως σε τέτοια αρχαϊκά συναισθήματα, εξεγείρεται
η λογική (η οποία αρχαϊκά εξακολουθεί να νοείται ως ανδρικό προνόμιο: η Αθηνά
γεννήθηκε χωρίς μητέρα, απευθείας από τον πατέρα) και τα νικάει, δημιουργώντας
άλλους, μοντέρνους θεσμούς για την κοινωνία: τη συνέλευση, το δικαίωμα ψήφου.
Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία του αρχαίου κόσμου, που
μόλις ξεπεράστηκε, δεν πρέπει να καταστέλλονται ή να αγνοούνται εντελώς:
μάλλον, θα πρέπει να αποκτώνται, να αφομοιώνονται εκ νέου και, φυσικά, να
τροποποιούνται. Με άλλα λόγια: το παράλογο, που αντιπροσωπεύεται από τις
Ερινύες, δεν πρέπει να αφαιρείται ή να απομακρύνεται (κάτι που θα ήταν
αδύνατο), αλλά απλώς να οριοθετείται και να κυριαρχείται από τη λογική: μόνο έτσι
γίνεται το παράλογο ενεργή ενέργεια, παραγωγικό και γόνιμο πάθος. Οι Κατάρες
μετατρέπονται σε Ευλογίες. Η υπαρξιακή αβεβαιότητα της πρωτόγονης κοινωνίας
επιμένει να υφίσταται ως κατηγορία υπαρξιακής αγωνίας ή φαντασίας και στην πιο
εξελιγμένη κοινωνία.
Αυτή όλη κι όλη, και τίποτα άλλο, είναι η πλοκή της
Ορέστειας. Και, όπως μπορεί να φανεί, η πολιτική της υπαινικτικότητα ήταν ό,τι
πιο υποβλητικό θα μπορούσε να προσφέρει ένα κλασικό κείμενο, για έναν συγγραφέα
όπως εγώ φιλοδοξώ να είναι και να είμαι.
Μετάφραση : Γιώργος Κεντρωτής.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου