PABLO
NERUDA
ΚΑΙ
ΠΑΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΑΩ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΛΑΒΩΜΕΝΟΣ
Καὶ πάω καὶ δὲν πάω καὶ εἶμαι λαβωμένος
ἀπὸ κάποια ἴσως τῆς ζωῆς σου ἐσένα ἀχτίδα·
νερὸ μὲ σταματᾶ καταμεσὶς τῆς ζούγκλας:
βροχὴ εἶναι ποὺ μαζὶ μὲ τὰ οὐράνια πέφτει.
Ἀγγίζω τότε τὴ βρεγμένη τὴν καρδιά μου.
Τὸ ξέρω: ἐκεῖ τὰ μάτια σου ἔχουν μπεῖ, τρυπώσει —
μὲς στὸν ἀπέραντο τοῦ πόνου μου τὸν χῶρο,
ἀπ᾽ ὅπου τοῦ ἴσκιου βγαίνει ἕνα θρόισμα μόνο.
Ποιός εἶναι; Ποιός; Ἀλλὰ ὄνομα ποτὲ δὲν εἶχε
τὸ φύλλο ἢ τὸ νερὸ τὸ σκοτεινὸ ὅπως πάλλει
κατμεσὶς τῆς ζούγκλας, βουβό, στὸν δρόμο·
κι ἔτσι ἔμαθα, ἔρωτά μου, ὅτι ἤμουν λαβωμένος
καὶ ἄλλος κανεὶς δὲν μίλαγε, μονάχα ὁ ἴσκιος
μὲ βρόχινα φιλιὰ μὲς στὴ χαμένη νύχτα.
Μετάφραση:
Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου