Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΥΛΕΣ ΕΞΟΔΟΥ




OLGA OROZCO 


ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΥΛΕΣ ΕΞΟΔΟΥ

Με άμμους καυτές που σκαλίζουν κάποιο ψηφίο πυρός επάνω
   στον χρόνο,
μ’ έναν άγριο νόμο ζώων που φερμάρουν τον φόβο μέσ’ από
   το άντρο τους, με τον ίλιγγο που σού ’ρχεται όταν κοιτάς
   κατά πάνω,
με τον έρωτά σου που πυρπολείται εξ απίνης σαν λαμπάδα
   εν τω μέσω της νυκτός,
με θραύσματα μικρά ενός κόσμου αφιερωμένου στην ειδωλολατρία,
με τη γλκύκα που νιώθεις όταν κοιμάσαι και όλο σου το δέρμα
   σκεπάζει τα πλευρά του φόβου,
και στη σκιά της σχόλης, που άνοιγε τρυφερά-τρυφερά σαν
   ουρανίων λειμώνων βεντάλια,
μου έφτιαχνες μέρα τη μέρα τη μοναξιά ολόκληρη που τώρα ζω,
   που πάντα βιώνω.

Από εσένα είναι η μοναξιά μου εμένα φτιαγμένη.
Κι έχει τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρινη εκδοχή της,
με μια τεταμένη σιωπή όπου και αντηχούν της κολάσεως
   οι μελωδίες σύμπασες·
βαδίζει στο πλάι μου με το ολόαδειο βήμα σου,
κι έχει, σαν κι εσένα, το βλέμμα εκείνο που με βλέπει να τραβάω
   κάθε φορά όλο και μακρύτερα,
και να φτάνω μονίμως σε κάποια λάμψη του χτες που αναλύεται
   σε δάκρυα, σε τίποτα.

Τη μοναξιά μου εσύ την άφησες απ’ έξω απ’ την πόρτα μου όπως
   θ’ άφηνες και την κληρονόμο ενός βασιλείου απ’ όπου
   κανένας δεν φεύγει και όπου ποτέ δεν επιστρέφει κανένας.
Και μεγάλωσε μόνη της,
τρώγοντας χορτάρια που φυτρώνουν στο χείλος της μνήμης
και που τις νύχτες παράγουν όποτ’ έχει καταιγίδα αντικατοπτρισμούς
   εντελώς μυστηριώδεις,
σκηνές που τις παίρνουνε οι πυρετοί και ταΐζουν τις καλύτερες
   φωτιές τους έξω στην ύπαιθρο χώρα.

Την είδα να παραμένει στις αλέες με τους μασκοφόρους που
   προσφέρουν θυσίες και ολοκαυτώματα στον έρωτα
–προσωπικότητες από μαρμαρο ανίκητο, τυφλό και ρουφηγμένο
   σαν τις αποστάσεις–,
ή να ξεδιπλώνει σ’ ένα σαλόνι εκείνη τη βροχή που πέφτει
   μαζί με τη θάλασσα,
μακριά, σε κάποιο άλλο μέρος,
όπου θα είσαι εσύ και θα γεμίζεις τη γούβα κάμποσων χρόνων
   με νερό της λήθης.
Μερικές φορές φυσάει πάνω μου μαζί με τον νοτιά
κάποιο τραγούδι δαρμένο από τις λαίλαπες που ξεσπάει ξαφνικά
   σε οιμωγή μέσα στο σπασμένο λαρύγγι της τύχης,
ή πάει μ’ ένα κομμάτι φθαρμένης ελπίδας να σβήσει
εκείνο το αντίο που ’γραψες με αίμα των ονείρων μου πάνω
   σε όλα τα τζάμια, τα κρύσταλλα
για να με πληγώνει πάντοτε οτιδήποτε κοιτάζω.

Η μοναξιά μου είναι όλο κι όλο ό,τι έχω από σένα.
Αλυχτά με τη φωνή σου παντού, σε κάθε γωνία.
Όποτε τη φωνάζω με τ’ όνομά σου
μεγαλώνει και χαίνει σαν πληγή μες στο σκοτάδι.

Κι ένα δείλι ύψωσε μπροστά μου
εκείνο το ουράνιο κύπελο που είχε χρώμα νοτισμένης λεύκας
   και απ’ όπου πίναμε τον επιούσιο της αιωνιότητας οίνο,
και το έκανε αθέλητα, ασυνείδητα, για ν’ ανοίξει τις φλέβες της,
για να γεννηθείς εσύ σα θεός μέσ’ απ’ το υπέροχο πένθος της.
Και δεν μπόρεσε να σβήσει, να πεθάνει,
και το βλέμμα της ήταν βλέμμα γυναίκας σαλεμένης, τρελής.

Τότε άνοιξε ένας τοίχος,
και μπήκες σε τούτο το δωμάτιο με μια κατοικία ολόκληρη
   δίχως εξόδους,
εκεί όπου και τώρα ακόμα κάθεσαι και με κοιτάζεις με
   μι’ άλλη μοναξιά πανομοιότυπη με τη ζωή τη δική μου.
 


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου