Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

ΗΡΘΕΣ ΚΙ ΕΚΑΤΣΕΣ...




EMILIO ADOLFO WESTPHALEN


ΗΡΘΕΣ ΚΙ ΕΚΑΤΣΕΣ...

Ήρθες κι έκατσες πάνω σ’  ένα φύλλο του κορμιού μου
σταγόνα γλυκιά και πρόσβαρη σαν τον ήλιο επάνω στις ζωές μας
έφερες του ξύλου άρωμα και γερμένου μίσχου τρυφεράδα
και πανύψηλα άλμπουρα θαλασσινά συναγμένα όλα τους μέσα
   στο βλέμμα σου
έφερες βήμα οθρινό και ανάλαφρο με το που έφυγες
και ριγηλών δενδροστοιχιών θυμίαμα ξεδιαλεγμένο
   κουκί το κουκί στα χέρια σου
κατέβαινες αύρα την αύρα σαν κύμα που ανεβαίνει μία-μία
   τις ημέρες
και στο τέλος ήσουν εκείνο το πηγάδι που μένει γύρω-γύρω
   από τα άνθη
ή τους γιαλούς που πορεύονται σε κάποια σύρραξη
   χωρίς να υπάρχει καν ο λόγος
απλώς και μόνο για να πουν αν το χέρι σου ήταν εναρμόνιο
   στου χρόνου το πέρασμα
ή αν η καρδιά σου ήτανε καρπός δέντρου ή τρυφερότητας
ή μήπως ίσως ο σιγασμένος βόμβος του σιντριβανιού
ή και η χαμηλή φωνή της αναιρούμενης ή επιβεβαιούμενης
   τύχης
σε κάθε διαστολή και συστολή διαρκείας και αρνήσεως
ήρθες κι έκατσες στο κύπελλό μου επάνω
κόκκινο αστέρι εσύ και λαρυγγισμός ολόγιομος
ήρθες κι έκατσες σαν τη νύχτα που προσκαλεί να ρθούνε
   δίπλα της τα πλάσματά της
ή σαν τον βραχίονα που κλείνει τον κύκλο του φυλακίζοντας
   εκεί μέσα το πλήρες ωράριο
ή σαν την καταιγίδα που αποσύρει τα μαγνάδια όλα από το
   μέτωπό της
για να βλέπει τον κόσμο καθαρά και να μη λαθεύουν τα
   κουπιά της
όποτε σηκώνει τα τείχη και φράζει τα σπήλαια
έχεις έλθει μεν μα δεν καταλαβαίνω ποιάν ακρίβεια εμπέρδεψες
για να είσαι δίχως ελαφρότητα φυγής και βαρύτητα πλανητική
κεντημένη με αγιοκλήματα βγαλμένα από την παιδική αστρολογία
για να είσαι σαν το τριαντάφυλλο το βουλιαγμένο μεσοπέλαγα
ή το αγκυροβολημένο στη συνείδησή μας πλοίο
για να είσαι ακατάπαυστα όλες οι στιγμές που ανεβαίνουνε
   στα ξάρτια
και πέφτουν πάντα πριν ν’ αγγίξουν τον συναγερμό που κράζει
   τον θάνατο
για να σε περικυκλώνουν της άρπας ο ήχος και το μακρύ ποτάμι
   των αψιμαχιών
της αύρας το φίδι και των αιώνων το δεντρολίβανο
η γλώσα της ισημερίας μαζί με χείλη βραδυπορούσας θωπευτικής
   νωχέλειας
έχεις έλθει σαν τον θάνατο που θα φτάσει στα χείλη μας
με την ευάρεστη διαύγεια των ημερών που δεν διαθέτουν
   φάρους
των συναυλιών που δίνουν τα φθινοπωρινά φύλλα και
   τα πουλάκια κάθε καλοκαίρι
με την ικανοποίηση να πεις έφτασα
που τη βλέπεις την άνοιξη σαν ακουμπάει τα πρώτα της
   χέρια πάνω στα πράγματα
και όταν πλέκει τις μακριές κόμες των πόλεων
και ελευθερώνει τα νερά και το τραγούδι στα στόματα
του κοριτσιού που σηκώνεται και του κάμπου που ξαπλώνει
έχεις έλθει πρόσβαρη σαν τη δροσιά πάνω στ’ άνθη
   της γυάλας
έχεις έλθει για να σβήσεις εσύ τον ερχομό σου
μπήγοντας των αιώνων το λάβαρο βαθιά μέσα στο στήθος μας
έχεις έλθει μύτη μαρμαρόγλυπτη
έχεις έλθει μάτια διαμαντόδετα
έχεις έλθει χείλια ολόχρυσα



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου