Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΟΡΑΣΙΟ ΠΡΕΛΕΡ




HORACIO PRELER


ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Το βράδυ μένει ζωντανό
βδομάδες σιωπής.
Η ομίχλη μπερδεύει τον ταξιδιώτη
στη νεκρή οδό μιας πόλης περίκλειστης.
Πόσο λίγο για έναν άγνωστο που είδε την αυγή
από την κατοικία του θρήνου…
Οι ερωτήσεις εξαγνίζουν τον απαράσκευο
τον σχεδόν χωρίς αποσκευές
τον σχεδόν στο χείλος του θανάτου
που τον έχουν βάλει ν’ ανοίγει πόρτες
και να ψάχνει ματαίως τα κλειδιά
της απόλυτης γνώσης,
κλειδιά που ο ταξιδιώτης είχε χάσει
χωρίς να το ξέρει
την ίδια τη στιγμή της αναχώρησης.


Ο ΚΥΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Κάθε βράδυ μαζεύει τα φύλλα
που ’χουν κουβαλήσει οι στροφές του ανέμου
και τα χώνει σε μια τρύπα.
Ανάβει μια φωτιά και περιμένει.
Ύστερα ποτίζει τα λουλούδια,
πηγαίνει μία εδώ μία εκεί
και προσέχει όλα τα παράξενα μπουμπούκια
φροντίζοντας να μεγαλώνουνε εν τάξει,
τίποτα να μη διαταράσσει τον κόπο του,
σαν θεός που δεν έχει ακόμα απολέσει
την πάσα ελπίδα του.


ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ

Η ψυχή υποφέρει την ιδέα του θανάτου
ολομόναχη στην αποστολή της
και μόλις στηριζόμενη στην ευθραυστότητα του σώματος.
Ένα από καταβολών ημερολόγιο
τής εκπέμπει κάτι από ελπίδα,
τής υπαινίσσεται το ημίφως του ματιού
απ’ της πραγματικότητας το μισάνοιχτο παραθύρι.
Τίποτα δεν τής παρέχει προστασία,
η δε ιδέα κατεβαίνει σαν τη δροσιά
στων σπιτιών τις στέγες.
Σώμα και ψυχή αιωρούνται στο κενό,
κρέμονται από ένα σκοινί:
ύλη άπιστη,
μάτι ανάπηρο ενώπιον του ζοφερού ερέβους.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου