Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

ΠΑΣΧΑ 1916




W.B. YEATS


ΠΑΣΧΑ 1916

Τους συναντούσα κλείνοντας η μέρα
–Πρόσωπα ζωντανά– καθώς
Έρχονταν απ’ το γραφείο ή τη θυρίδα
Μέσ’ από γκρίζα σπίτια του δέκατου όγδοου αιώνα.
Περνούσα νεύοντας το κεφάλι
Ή κάποια ανούσια φράση από ευγένεια
Κι έπειτα σκεπτόμουν καμιά
Αστεία ιστορία, κάνα πείραγμα
Για να ευχαριστήσω την παρέα
Γύρω απ’ τη φωτιά στη λέσχη
– Βέβαιος πώς τόσο αυτοί όσο κι εγώ
Κατοικούσαμε μια χώρα παρδαλών:
Μ’ άλλαξαν τα πάντα, άλλαξαν εντελώς:
Κι η τρομερή ομορφιά γεννήθηκε.

Κι αυτή η γυναίκα: οι μέρες της ξοδεύτηκαν
Σ’ αυτό που λέμε καλή θέληση και τίποτα δεν ξέρει·
Κι οι νύχτες της σε τσακωμούς και διαφωνίες
Ώσπου η φωνή της τσίριζε μια κοφτερή λαλιά.
Κι όμως, υπήρχε πιο γλυκιά φωνή απ’ τη δική της
Όταν –στα νιάτα της όμορφη–
Έβγαινε με τα κυνηγόσκυλά της;
Κι αυτός – κρατούσε ολόκληρο σχολείο
Κι ανέβηκε στον φτερωτό μας Πήγασο·
Κι ο άλλος: –φίλος και βοηθός–
Πέρασε στην εξουσία του·
Στο τέλος, θα γινότανε γνωστός:
Τόσο ευαίσθητη έμοιαζ’ η φύση του
Κι ο στοχασμός του εξίσου γενναίος κι ευγενικός.
Κι ο τρίτος –που ονειρεύτηκα–,
Μέθυσος και ματαιόδοξος αγροίκος.
Αδίκησε κατάφωρα εκείνους
Που είχα στην καρδιά· κι όμως
Στο ποίημά μου κι αυτόν τον μνημονεύω.
Κι αυτός από το ρόλο του
Στην καθ’ ημέρα κωμωδία παραιτήθηκε,
Κι αυτός με τη σειρά του άλλαξε,
Μεταμορφώθηκε εντελώς:
Κι η τρομερή ομορφιά γεννήθηκε.

Καρδιές που τρέφουν έναν και μόνο στόχο
Σκληραίνουν πέτρα χειμώνα-καλοκαίρι
Και φράζουν το ποτάμι.
Τ’ άλογο που φτάνει από το δρόμο,
Ο καβαλάρης, και τα πουλιά φτεροκοπούν
Γκρεμούς τα σύννεφα – κι αυτά
Αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη·
Μια σκιά το σύννεφο κυλάει με το ποτάμι
Κι αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη·
Μια οπλή γλιστράει στην επιφάνεια
Και το άλογο ξεχύνεται στα νερά·
Δες: βουτάν οι νερόκοτες το κεφάλι,
Τα θηλυκά καλούν τ’ αρσενικά –
Ζουν τη μια στιγμή μετά την άλλη:
Κι η πέτρα σκληραίνει καταμεσής στο ποτάμι.

Η επί μακρόν θυσία
Φτιάχνει πέτρα απ’ την καρδιά;.
Ω, μας πότε θα σημαίνει πως αρκεί;
Αυτό ’ναι μέρισμα των Ουρανών· και το δικό μας:
Να ψιθυρίζουμε το ’να όνομα μετά το άλλο –
Πώς η μητέρα προφέρει τ’ όνομα του παιδιού της
Μόλις ο ύπνος έλθει
σε μέλη που έτρεξαν τρελά όλ’ την ημέρα.
Τι ’ναι αυτό αν όχι σούρουπο;
Όχι, όχι, όχι νύχτα, μόνο θάνατος·
Τελικά, αποδείχτηκε άχρηστος;
Εφόσον η Αγγλία τηρεί τα πιστεύω της
Παρ’ όσα έγιναν και έχουν λεχθεί
Γνωρίζουμε τι ονειρεύτηκαν· γνωρίζουμε αρκετά
Για να εννοήσουμε τα όνειρα και το θάνατό τους.
Τι κι αν η απροσμέτρητη, η υπερβολική αγάπη
Τους άφησε εμβρόντητους μέχρι που πέθαναν;
Θα το πω σε μια στροφή:
Ο Μακ Ντόνα κι ο Μακ Μπράιντ,
Ο Κόνολλυ κι ο Πηρς,
Τώρα και εις τον άπαντα αιώνα,
Κατ’ όπου το πράσινο κυριαρχεί,
Αλλάζουν, αλλάζουν εντελώς:
Κι η τρομερή ομορφιά γεννήθηκε.



Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Από το βιβλίο: «Ποιήματα του William Butler Yeats», μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος – Θωμάς Τσαλαπάτης, Εκάτη, Αθήνα 2011, σελ. 88-93.






EASTER 1916

I

I have met them at close of day
Coming with vivid faces
From counter or desk among grey
Eighteenth-century houses.
I have passed with a nod of the head
Or polite meaningless words,
Or have lingered awhile and said
Polite meaningless words,
And thought before I had done
Of a mocking tale or a gibe
To please a companion
Around the fire at the club,
Being certain that they and I
But lived where motley is worn:
All changed, changed utterly:
A terrible beauty is born.


II

That woman's days were spent
In ignorant good will,
Her nights in argument
Until her voice grew shrill.
What voice more sweet than hers
When young and beautiful,
She rode to harriers?
This man had kept a school
And rode our winged horse.
This other his helper and friend
Was coming into his force;
He might have won fame in the end,
So sensitive his nature seemed,
So daring and sweet his thought.
This other man I had dreamed
A drunken, vain-glorious lout.
He had done most bitter wrong
To some who are near my heart,
Yet I number him in the song;
He, too, has resigned his part
In the casual comedy;
He, too, has been changed in his turn,
Transformed utterly:
A terrible beauty is born.


III

Hearts with one purpose alone
Through summer and winter, seem
Enchanted to a stone
To trouble the living stream.
The horse that comes from the road,
The rider, the birds that range
From cloud to tumbling cloud,
Minute by minute change.
A shadow of cloud on the stream
Changes minute by minute;
A horse-hoof slides on the brim;
And a horse plashes within it
Where long-legged moor-hens dive
And hens to moor-cocks call.
Minute by minute they live:
The stone's in the midst of all.


IV

Too long a sacrifice
Can make a stone of the heart.
O when may it suffice?
That is heaven's part, our part
To murmur name upon name,
As a mother names her child
When sleep at last has come
On limbs that had run wild.
What is it but nightfall?
No, no, not night but death.
Was it needless death after all?
For England may keep faith
For all that is done and said.
We know their dream; enough
To know they dreamed and are dead.
And what if excess of love
Bewildered them till they died?
I write it out in a verse --
MacDonagh and MacBride
And Connolly and Pearse
Now and in time to be,
Wherever green is worn,
Are changed, changed utterly:
A terrible beauty is born.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου