Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ

Αυτό που φτιάχνεις γίνεσαι – έλεγε. Και το αμετάβλητο; – είπε ο άλος.
Ω, δικαιολογίες των νωθρών, των πολύ πεθαμένων, – είπε εκείνος
και βγήκε απ’ την πόρτα. Δεν τον ξανάδαμε. Ίσως να τον σκότωσαν. Ήταν
ένας άντρας μετρίου αναστήματος, και ξάφνου πώς έγινε
ένα πανύψηλο άγαλμα στημένο μες στο ίδιο μας το σπίτι
πάνω απ’ τη σκάλα, μέσα στον καθρέφτη. Μας κοιτάζει
με τα λευκά μεγάλα του μάτια. Δε μας αφήνει μιαν ώρα
να κοιμηθούμε ή να πουδράρουμε κρυφά το πρόσωπό μας
μ’ εκείνη τη θαμβωτική χρυσόσκονη. Τί μάτια τεράστια
λευκά, κατάλευκα, τυφλά (τυφλά τα λέμε)· γυρνάμε
απ’ την άλλη μεριά, προς τον τοίχο, βυζαίνοντας σα βρέφη
τον αντίχειρα του δεξιού χεριού του τυλιγμένον με μπαμπάκι.

                                Αθήνα, 11.Ι.73



Από την ποιητική συλλογή: «Γραφή τυφλού» (1972).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα, 1972-1974)», τ. ΙΑ΄, Κέδρος, Αθήνα 1993, σελ. 116.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου