Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

ΔΕΚΑΕΠΤΑ




ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΔΕΚΑΕΠΤΑ ΝΟΕΜΒΡΗ

Δεκαεπτά Νοέμβρη ήτανε
που στό ’να χέρι κράταγες
αυτό που μ’ αίμα πότισαν πρόγονοι σου
και τ’ άλλο επάνω σήκωνε
ενός λαού τις προσμονές
και την αντίδραση στους σκύλους, τη δική σου.

Δεκαεπτά Νοέμβρη έσβηνες
όταν το άρμα σού θρυμμάτιζε την παιδική και άγουρη
τη ραχοκοκαλιά σου.
Κατάρας και επτά τα χρόνια που ’διωχνες
όταν κατάθετες για μας τους κίβδηλους
τη νιότη σου και την στιλβή παλληκαριά σου.

Δεκαεπτά Νοέμβρη τώρα πια
όταν στην κάρα δίπλα ακουμπώ
κάποια γαρύφαλλα στη μνήμη τη γλυκιά σου
απλά και μόνο αναλογίζομαι
αν πράγματι τόσο μας άξιζε
κι απλόχερα θυσίασες την κορμολαλιά σου

Δεκαεπτά Νοέμβρη βάφτισαν
ιδεολόγοι ύποπτοι
μια γιάφκα, που σπιλώνει τα’ άγιασμα σου
όμως εμάς δε μας τρομάξανε
κι αν κάποτε πληρώσουμε ένα τίμημα
χαλάλι για τα’ αστέρι σου και για την αρχοντιά σου.


Έλα

Έλα να μου διώξεις, τις ατέλειωτες μου τύψεις.
Έλα να μου δώσεις λίγη πάλι σιγουριά
Γύρνα να μου πεις, πως όταν κάνω κάποια λάθη
πάντα πρώτος συ θα τρέχεις, να πληρώσεις ακριβά.

Έλα να μου βγάλεις, δυό γραμμάρια ελπίδα
μέσα απ ’το χημείο, πού ’χες πάντα ανοικτά
και όταν κάποιου τανκ, η κάννη θα σε σημαδέψει
θ’ αντιδράσεις τραγουδώντας, "χαίρε ω χαίρε λευτεριά".

Έλα να μου δείξεις, του αγώνα μετερίζι
Έλα να μου πάρεις του κιοτή τον ψυχισμό.
Γύρνα να εισπράξεις, των μανάδων που ’χαν τύχη
δυό χαμόγελα αγάπης, του δειλού το ευχαριστώ.

Έλα να σου φτιάξω, απ’ αλάβαστρο μνημείο
να σε προσκυνάνε, εφιάλτες με θεό
και όταν θα ρωτάνε, τι συνέβη ενώ διάβαζαν
δίχως δάκρυ θα τους λέω, κόρη μιά πενθώ και ’γώ.

Έλα να σου στήσω από μάρμαρο ανδριάντα
να σε καμαρώνουν πρυτανείες που μισώ
και όταν θα πεθάνεις, γύρω στα εικοσιδύο
με καμάρι θα φωνάζω, έχασα και ’γώ ’να γιό.

Όταν θα ’ρθείς, πες μου τα όμορφα μαντάτα!
Το Μακρονήσι, είναι και πάλι αδειανό;
Κάποιες ιδέες σου, τις λες ορθά, σταράτα;
– Ναι τον νικήσαμε, τον μαύρο φασισμό!


Πληγή

Πληγή της νιότης
που νέους στέλνεις στην ειρκτή
χωρίς ποινή.
Δώσε σε μας
το αντίτιμο της συμφοράς
για το κρίμα το νόθο
τον αγιάτρευτο πόθο
της λεύτερης σκέψης.

Πληγή της σκέψης
που όταν πεθαίνεις τραγουδάς
ηδονικά.
Λύσε για μας
Προμηθέα δεσμά και φωτιά
στο μυαλό μας για δώσε
τις αξίες για σώσε
με τ’ αστέρι της γνώσης.

Πληγή της γνώσης
που μέσα σ’ άστατους καιρούς
χαμογελάς.
Δείξε σε μας
πως μπορείς και στα χέρια κρατάς
του ολέθρου το νόμο
του εντίμου τον πόνο
δίχως διόλου να τρέμεις.

Πληγή, πληγή της νιότης
πληγή της σκέψης μου καυτή
γνώσης πληγή.
Δεν κλείνεις και
Λίγο-λίγο αιμορραγείς
ψυχή δέσμια κρατάς
λάθη να βιώσεις προτιμάς
παρά άλγη να διώξεις.


Μέρα Νοέμβη

Μιά μέρα Νοέμβρη χαράκωνες
με το πνεύμα σου λόγχη τους άφρονες
και ξεσκέπαζες πάλι, γι
αά μι’ ακόμα φορά
των ραγιάδων την σκέψη, των αστών την φθορά.

Ήταν τότε ακριβέ μου, που ελύτρωνες
την τιμή πού ’χαν σκλάβα αμνήμονες
και σημαίες λευκές, μπαϊράκια χλωμά
με το αίμα σου βρύση, ευλογούσες ξανά.

Και θυμάμαι καλά τι ξεφώνιζες.
Πως οι μάνες της γης, είναι φόνισσες
αφού σπέρνουν παιδιά, που σκοτώνουν ωμά
τα δικά τους αδέλφια, τα δικά τους κορμιά.

Δεν ξεχνώ, δυνατά πως τραγούδαγες
ακριβά τη ζωή σου, σαν πούλαγες
πως γνωρίζεις την κόψη, του σπαθιού που μετρά
μα λησμόνησες κάτι, μιά ραστώνη Ρωμιά.

Μιά μέρα Νοέμβρη σε σκέπτομαι
και πως είμαι ένας Έλληνας ντρέπομαι.
Όταν θα ’ρθω να σ’ εύρω, στης τιμής τα στενά
μιά συγχώρεση δώσ’ μου, δεν αντέχω δεινά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου