Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

ΠΙΚΑΣΣΟ


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΙΚΑΣΣΟ

εἰς Παῦλον Πικασσό

ὁ ταυρομάχος τώρα πλέον ζεῖ στὴν Ἐλασσόνα
εἰς τὴν λιθόστρωτη πλατεῖα κάτω ἀπ᾽ τὰ πλατάνια
κι᾽ ὁ καφφετζῆς ἀέναα πηγαινοέρχεται κι᾽ ἀνανεώνει
τὸν καφφὲ στὸ φλυτζάνι καὶ τὸν καπνὸ στὸν ἀργελὲ τοῦ ταυρομάχου
ὡς ὅτου νὰ περάσουνε νοσταλγικὰ
τῆς μέρας οἱ ὧρες
καὶ συναχτοῦν πουλιῶν μυριάδες
μέσ᾽ στὶς πυκνὲς φυλλωσιὲς τῶν πλατανιῶνε
ὅπου σημαίνει πὼς ὁ ἥλιος δύει

τότε οἱ συνωμότες ἕνας ἕνας γλυστρᾶνε στὸ σοκάκι
σιωπηλὰ ὡς πέφτει ἡ νύχτα καὶ βοηθᾶ τους
ἀπαρατήρητοι νὰ συναχτοῦν κι᾽ αὐτοὶ σὰν
τὰ πουλιὰ
ἐκεῖ ποὺ θέλουν
καὶ δάκρυα βαρειὰ κυλοῦν ἀπὸ τὰ δόλια τους τὰ μάτια

καὶ ἡ μητέρα ὅπου ζητεῖ ν᾽ ἀναχαιτίση τοὺς φασίστες
μέσα στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο κεῖ ποὺ συνομιλοῦν οἱ συνωμότες
καὶ κρέμονται ἀπ᾽ τὸ ταβάνι πιπεριὲς γιὰ νὰ στεγνώνουν
μὲ τὰ ροζιάρικα τὰ χέρια ποὺ τὰ κοσμοῦν ροδάρια
βγάζει τῆς λάμπας τὸ γυαλὶ καὶ τὴν ἀνάφτει
καὶ τὰ ροζιάρικα πάλι τὰ χέρια ποὺ τὰ λερῶσαν τὰ πετρέλαια
ἥσυχα ἥσυχα τὰ σφουγγίζει στὴν ποδιά της

καὶ καθὼς εἴπαμε ὅτι ποθεῖ ν᾽ ἀναχαιτίση τοὺς φονιάδες
παίρν᾽ ἡ γριὰ τὴ λάμπα ἀπ᾽ τὸ τραπέζι
κι ἀνοίγει τὸ παράθυρο μὲ βιάση
κι ὄξω τεντώνει
—μέσ᾽ στὴ νύχτα—
τὴ χερούκλα ποὺ κρατᾶ τὴ λάμπα

γριὰ μάνα! τῆς φωνάζουν
ποῦ τὴν πᾶς τὴ λάμπα;
ὅμως μέσ᾽ στὰ χωράφια τῆς Ἀβίλας δὲς σαλέψαν
ὕποπτες σκιὲς μ᾽ αὐτὀματα στὴν ἀμασκάλη
κι᾽ ἀπὸ μακρυὰ ἐφάνταζε σὰν ἄστρο
τὸ φῶς ποὺ εἶχε βγαλθῆ στὸ παραθύρι
ἄρχισαν λίγο λίγο ν᾽ ἀντηχοῦν κιθάρες

κι οἱ γύφτισσες ἐπιάσαν νὰ χορεύουν
μὲ τὶς ὡραῖες λαγόνες καὶ τὰ πολύχρωμα ἀνεμιζούμενα πλατιὰ φουστάνια
ἐνῶ ἀπ᾽ τὰ θερμὰ βαμμένα στόματά τους ἴδια κραυγὲς πόνου
ἐξέφευγαν τοῦ τραγουδιοῦ τὰ λόγια:
«θὰ σοῦ πῶ τὴ μοναξιά μου Soleares»

κι᾽ οἱ majos λυσσάγαν πάνω στὶς κιθάρες
καὶ τὰ φασιστικὰ καθάρματα πολυβολούσανε τὰ πλήθη
κι᾽ αὐτὲς μὲ τὰ μεταξωτὰ γοβάκια τους
—μὲ τὰ ψηλὰ τακούνια—
χάμω —πάνω στὸ καρντερίμι— τσαλαπατοῦσαν τὴν καρδιά μου

τότε ἐγίνηκε «ποὺ νὰ σοῦ φύγη τὸ καφάσι»
σὰν ἕνας ταῦρος κοκκινότριχος πετάχτηκε στὴ μέση
φλόγες καθὼς τοῦ βγαίνανε ἀπ᾽ τὰ ρουθούνια
κι᾽ οἱ μπαντερίλλιες τοῦ βελόνιαζαν ὀδυνηρὰ τὸ σβέρκο καὶ τὴν πλάτη

κι᾽ ἄρχισε δῶ καὶ κεῖ νὰ κουτουλάη
νὰ ξεκοιλιάζη
νὰ λιανίζη σάρκες μὲ τὰ κέρατά του
ψηλὰ στὸν ἀέρα νὰ τινάζη
ὅσους χτυποῦσε
καὶ νὰ σωριάζωνται βουνὸ κουφάρια ἕνα γύρο
ἀλόγων ἀνθρώπων
μἐσ᾽ σὲ ποτάμια αἷμα

(τὸ σβέρκο καὶ τὴ ράχη του ὀδυνηρὰ ΚΟΣΜΟΥΣΑΝ μπαντερίλλιες)

κι᾽ οἱ κόρες μὲ τοὺς ὡραίους μαστοὺς ἀνάσκελα ἐξαπλωθῆκαν χάμω
καὶ μέσ᾽ στὰ ὡραῖα μάτια τους δύανε
κι᾽ ἀνάτελλαν
ἥλιοι


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου