Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΗ ΒΑΪΝ




ENRIQUE MOLINA


ΣΤΗ ΒΑΪΝ

(που την έχει απεικάσει ο Γκωγκέν)


Μαύρη Βαΐν,
της κόμης σου πέφτει ο πλόκαμος ο μελανός και κατεβαίνει
στα ζεστούτσικά σου στήθη με το παπαρουνίσιο του άρωμα,
με τον μίσχο του που τρέφει και χορταίνει λάμψεις φωσφορίζουσες,
και μελαγχολικά θωρεί πώς σε σκεπάζει ο ουρανός
με φύλλα αρχαία, που μόνη τους βασίλισσά τους είναι
μια πνοή της εποχής μες στην αγκάλη του ανέμου κοιμισμένη,
εκεί ακριβώς όπου είσαι κι εσύ τώρα, ασάλευτη σαν τον ουρανό,
κρατώντας ένα άνθος ανώνυμο κι έχοντάς το
μάρτυρα του παράφορου έαρος όπου και μέσα του πεθαίνεις.

Θα διαφυλάξει άραγε των χειλιών σου ο ίσκιος
του Γκωγκέν τον ασπασμό σάμπως νά ’ναι
της άλμης κάποια επίμονη σταγόνα
που διαφθείρει πρώτα ίσαμε τον μυχό της κόλασής σου
την αθωότητα – τον πείσμονα και τον τυφλό τού είναι σου ζήλο;...
θα σώσει μήπως την αθωότητα εκείνην που τώρα πια πλανιέται
στους σπινθήρες των κεκοιμημένων ανάμεσα, και πάει σβήνει
σάμπως πλάσμα μακρινό, σάμπως γέννημα του ωκεανού τυχαίο;...

Πού να μασάνε τώρα τον τάφο σου
τα θαλάσσια οξέα;
Ω Βαΐν, πού να υπάρχεις αλήθεια τώρα πιά
και νά ’σαι απλώς σαν πέτρα πάνω σε γαλάζιαν άμμο,
σαν ψάθινη στέγη που τροπικοί τη δέρνουνε άνεμοι,
σαν καρπός, σαν κροντήρι, σα μανιτάρι
που το κατοικούν τα πνεύματα όλα του πυρός
και τ’ ουρανού έρχονται και το τσιμπολογούν τα πετεινά,
αγνή εσύ, πάναγνη, μέσα στο ανθολόγιο του Χάροντα;

Όχι απλώς γιρλάντα πλεγμένη με χαμόγελα,
ούτε και αντικαθρέφτισμα κάτι μελωμένων φώτων,
μα κάποιον νόμο μανικό, μιαν επίθεση
ιριδίζουσα κάτω από το βάρος των ημερών
ήταν ό,τι αναζητούσε εκείνος πλάι σου, στο δέρμα σου,
στα ξύλινα και πατικωμένα πηγάδια σου,
ανάμεσα στα τρίψηλα δέντρα,
όποτε η μοναξιά, η εξέγερση
ξαμολιόντουσαν μέσα στην ψυχή του
ξεσηκώνοντας την παθητική των πραγμάτων φευγάλα.
Γιατί; Για τί αγωνιά ο άνθρωπος, αν όχι
για να ξεπεράσει μια συνήθεια μες στη σκόνη και στην πλήξη;

Τώρα, Βαΐν, με κοιτάς ολομόναχη,
μέσ’ από μιαν ομίχλη που την έχουν μαστιγώσει
πτήσεις και πτήσεις τόσων πουλιών νεκρών και αόρατων.
Και ακούς τη ζωή μου που σκορπίζεται στα πόδια σου
σαν το κύμα, σαν σύνορο σημαδεμένο με αφρούς
πολύ και εντελώς παράξενα μακριά και απόμερα
από τις πασίγνωστες εσένα μαγικές ακρογιαλιές σου.




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου