Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Η ΡΑΓΙΣΜΕΝΗ ΚΑΜΠΑΝΑ







CHARLES BAUDELAIRE


Η ΡΑΓΙΣΜΕΝΗ ΚΑΜΠΑΝΑ

Είναι μια γλύκα, μια πικρή, στις νύχτες τις χειμερινές:
Κοντά στα ξύλα της φωτιάς που τρίζοντας καπνίζουν,
ν’ ακούς αγάλι νά ’ρχονται οι αναμνήσεις οι μακρινές
στους ήχους που τα σήμαντρα τραγουδιστά σκορπίζουν.

Καλότυχο το σήμαντρο με τον ανόθευτο χαλκό
που, μ’ όλα του τα γηρατειά, βαστάει καλά η λαλιά του,
και ρίχνει γύρω του πιστά τον ήχο το θρησκευτικό,
σα στρατιώτης γέροντας, άγρυπνος στη σκοπιά του.

Κι η ραϊσμένη μου ψυχή, σαν από πλήξη σκιάζει,
σκορπίζει τα τραγούδια της στον κρύο αέρα της νυχτός,
μα ο ήχος της απλώνεται αδύνατος κι αποσβηστός.

Και με το ρόγχο τον πυκνό ενός λαβωμένου μοιάζει
που, κάτω από σωρό νεκρών και πλάι σε λίμνη μ’ αίματα,
λησμονημένος ξεψυχά μες στα χαροπαλέματα.



Μετάφραση: Μήτσος Παπανικολάου.
Από το βιβλίο Μήτσος Παπανικολάου: «Μεταφράσεις», β΄ έκδοση, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1987, σελ. 14.


************


LA CLOCHE FÊLÉE

II est amer et doux, pendant les nuits d'hiver,
D'écouter, près du feu qui palpite et qui fume,
Les souvenirs lointains lentement s'élever
Au bruit des carillons qui chantent dans la brume.

Bienheureuse la cloche au gosier vigoureux
Qui, malgré sa vieillesse, alerte et bien portante,
Jette fidèlement son cri religieux,
Ainsi qu'un vieux soldat qui veille sous la tente!

Moi, mon âme est fêlée, et lorsqu'en ses ennuis
Elle veut de ses chants peupler l'air froid des nuits,
II arrive souvent que sa voix affaiblie

Semble le râle épais d'un blessé qu'on oublie
Au bord d'un lac de sang, sous un grand tas de morts
Et qui meurt, sans bouger, dans d'immenses efforts.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου