Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

ΤΗΣ ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΣΕ ΚΛΙΜΑΚΑ ΜΕΙΖΟΝΑ




BERTOLT BRECHT


ΤΗΣ ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΣΕ ΚΛΙΜΑΚΑ ΜΕΙΖΟΝΑ

Αχ, λυώσανε και οι δυό μαζί και ομάδι
κι αυτός (δικιά του είναι) θαρρεί πως την ξεντύνει.
Συνδαύλισε το ξάναμμά τους το σκοτάδι
κι αυτή, μαζί του μόνη (σκέφτεται) έχει μείνει.
Το μέτωπο τής φίλησε, όπως κάνει η μάνα –
το κοριτσάκι μας δεν είταν δα πουτάνα,
μα κι ούτε εσκόπευε ποτέ τσουλί να γίνει.

Αχ, των χεριών, αχ, το γλυκό-γλυκό παιχνίδι!
τα φυλλοκάρδια της χτυπάν και παν να βγούνε!
Κουράγιο εκείνος για να βρει, νά!, αμφότεροι ήδη
στις προσευχές το ρίξανε να βοηθηθούνε,
Το μέτωπο τού φίλησε, όπως κάνει η μάνα –
το κοριτσάκι μας δεν είταν δα πουτάνα,
και καν κι αυτό δεν νόγαγε: πώς αρχινούνε...

Και προκειμένου αυτός να μην την ατιμάσει
(: να μην την διακορεύσει), επήγε σ’ ένα σπίτι
και τού ’μαθε η κυρά να φτάνει δίχως βιάση
ως θέλει η φύση που γλεντά: τον έρωτα ήτοι.
Αυτή είχε ένα κορμί – και τ’ όνομά του Λήθη.
Αυτός, αν και ως ασκητής δεν εξησκήθη,
ιδού πρωτόδωσε τον όρκο του ερημίτη.

Την έγκαυσή της τώρα εκείνη για να σβήσει,
που αθέλητά του εντός της είχε ανάψει εκείνος,
το ανέθεσε σε κάποιον που της βρήκε λύση –
σε τύπο λαϊκό που ’χε κάτι και από κτήνος.
(Στο πρώτο χούφτωμά της σκίστηκε στα δύο·
στη σκάλα εγνώρισε χαρά τρελή το αιδοίο!)
Τη φίλαγε, τη δάγκωνε στο στόμα, στα ούλα –
κι εκείνη, που δεν είταν δα καλογριούλα,
πολύ ευφραινόταν, λες και παντού έρρεε οίνος.

Κατόπιν παίνευε ο πρώτος το μυαλό του
που ανέκαθεν σωστά ήξερε πώς να εκτιμάει:
στο μέτωπο φιλί, και αναμονή έως ότου
φανεί ένα φως στο τούνελ μιας νυχτιάς του Μάη... –
Νταβάς ο μεν, πουτάνα η δε, μα (φως σημάδι)
αιδοίο απά’ στο κούτελο, λεν, δεν συνάδει
με τα ήθη τα χρηστά, και αίσχος καταντάει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου