Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΜΠΟΜΠ ΡΑΟΥΣΕΝΜΠΕΡΓΚ




OCTAVIO PAZ


ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΜΠΟΜΠ ΡΑΟΥΣΕΝΜΠΕΡΓΚ

Τοπίο πεσμένο από τον Κρόνο,
τοπίο εγκαταλειμμένο,
ισόπεδα με βιδοπαξίμαδα και τροχούς και λεβιέδες,
με ασθματικές τουρμπίνες, με τσακισμένες προπέλες,
με ουλές απ’ τον ηλεκτρισμό,
τοπίο απαραμύθητο:
τα αντικείμενα κοιμούνται πλάι-πλάι,
τερατώδεις αγέλες πραγμάτων, πραγμάτων, πραγμάτων,
τα αντικείμενα κοιμούνται πλάι-πλάι
και πέφτουνε σιγά-σιγά μέσα στον εαυτό τους,
πέφτουν χωρίς να κινούνται,
η πτώση τους είναι η γαλήνη του πεδίου κάτω απ’ το φεγγάρι,
ο ύπνος τους είναι πτώση χωρίς επιστροφή,
κάθοδος σε ένα διάστημα στερούμενο αρχής,
τα αντικείμενα πέφτουν,
πέφτουν και πέφτουν αδιαπτώτως,
πέφτουν απ’ τον νου μου που τα σκέπτεται,
πέφτουν απ’ τα μάτια μου που δεν τα βλέπουν,
πέφτουν απ’ τους στοχασμούς μου που τα εκφωνούν,
πέφτουν σαν γράμματα, γράμματα, γράμματα,
σαν βροχή γραμμάτων πάνω στο εγκαταλελειμμένο τοπίο.

Τοπίο πεσμένο,
γκρεμισμένο πάνω στον εαυτό του, ένας τεράστιος ταύρος,
ταύρος του λυκόφωτος σαν τούτον τον αιώνα που τελειώνει,
τα πράγματα κοιμούνται πλάι-πλάι,
–το σίδερο και το μπαμπάκι το μετάξι και το κάρβουνο,
οι συνθετικές ίνες και οι σιταρόσποροι,
οι βίδες και τα κόκαλα των φτερών του σπουργίτη,
ο γερανός, το μάλλινο κουβρλί και το οικογενειακό πορτραίτο,
ο προβολές, η μανιβέλα και το φτερό του κολιμπριού–
 τα πράγματα κοιμούνται και μιλάνε στον ύπνο τους
το λέει ο σεληνιακός άνεμος που τα σαρώνει γδέρνοντάς τα,
το λέει με αντανακλάσεις και με χρώματα που καίνε και
   πετάνε σπίθες,
ο άνεμος φθέγγεται μορφές που αναπνέουν και περιφέρονται,
τα πράγματα τις ακούνε να μιλούν και τρέμουν στ’ άκουσμά τους,
είσαν εκ γενετής βουβά και τώρα τραγουδούν γελάνε,
είσαν παράλυτα και τώρα χορεύουνε,
ο άνεμος τα ενώνει και τα χωρίζει και τα ενώνει εκ νέου,
παίζει μαζί τους, τα ξεκάνει και τα ξανακάνει,
επινοεί πράγματα άλλα ανείδωτα και ανήκουστα ίσαμε τώρα,
οι ενώσεις τους και οι διαχωρισμοί τους
είναι αινίγματα απτά και αρμαθιασμένα,
σχήματα ασυνήθη και μεταβαλλόμενα από τα πάθη,
αστερισμοί των επιθυμιών, της οργής, του έρωτα,
μορφές των συναπαντημάτων και των αποχαιρετισμών.

Το τοπίο ανοίγει τα μάτια του και ανασηκώνεται,
κάνει να φύγει και το κυνηγάει ο ίσκιος του,
είναι τ’ απόνερα που αφήνουν κάτι άραχλοι φλοίσβοι,
είναι οι γλώσσες των πεσμένων ουσιών, των ξεπεσμένων υλών,
ο άνεμος κοπάζει και ακούει την κραυγή των στοιχείων,
ο άνεμος και το νερό συζητούν χαμηλόφωνα,
το ουρλιαχτό των δοκαριών αντιμάχεται το αλάτι,
της φωτιάς τις απόκοτες εκμυστηρεύσεις,
τον μονόλογο της στάχτης,
την ατελείωτη συζήτηση του σύμπαντος.
Μιλώντας με τα πράγματα και μ’ εμάς
το σύμπαν συνομιλεί με τον εαυτό του τον ίδι﨨
είμαστε η γλώσσα του και το αφτί του, οι λέξεις του και οι
   σιωπές του.
Ο άνεμος ακούει τί λέει το σύμπαν
και εμείς ακούμε τί λέει ο άνεμος
που κάνει να θροΐζουν τα υποθαλάσσια φυλλώματα της γλώσσας
και η μυστική χλωρίδα κάτω από το έδαφος της γης και κάτω
   απ’ τα ουράνια:
τα όνειρα των πραγμάτων τα ονειρεύεται ο άνθρωπος,
τα όνειρα των ανθρώπων τα συλλογιέται ο χρόνος.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Octavio Paz


Robert Rauschenberg

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου