Σάββατο 15 Απριλίου 2023

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 


VICENTE ALEIXANDRE

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Γιὰ σένανε ποὺ ξέρεις πῶς τραγουδάει ἡ πέτρα

καὶ ποὺ ἡ εὐαίσθητη τοῦ ματιοῦ σου κόρη ξέρει πιὰ τὸ βάρος νὰ μετράει ὁλόκληρου βουνοῦ ἐπάνω σὲ γλυκό μάτι,

καὶ πῶς ὁ ἠχηρὸς ὁ βόγκος τῶν δασῶν πέφτει μιὰν ἡμέρα καὶ γλυκοκοιμᾶται μὲς στὶς φλέβες μας,

 

γιὰ σένα, ποιητή, ποὺ ἔνιωσες μὲς στὴν ἀνάσα σου

τὴ στυγνὴ τῶν οὐράνιων πουλιῶν ἐφόρμηση,

καὶ ποὺ πάνω στὶς λέξεις σου πετᾶνε ξαφνικὰ τὰ δυνατὰ φτερὰ τῶν ἀετῶν

ὅπως φαίνεται νὰ λάμπει ἡ ράχη τῶν θερμῶν καὶ ἀμίλητων ψαριῶν:

 

γι᾽ ἄκου τοῦτο τὸ βιβλίο ποὺ σοῦ πέμπω στὰ χέρια σου

μὲ ὕφος σέλβας,

ὅπου ὅμως ἐντελῶς ἀπρόσμενα μιὰ δροσερότατη δροσοσταλίδα λάμπει πάνω σ᾽ ἕνα ρόδο,

ἢ φαίνεται νὰ πάλλεται τοῦ κόσμου ὁ πόθος,

ἡ θλίψη ποὺ σὰν τὸ πονεμένο βλέφαρο

κλείνει τὴ δύση καὶ κρύβει τὸν ἥλιο σάμπως ἄλλο ἀμαυρωμένο δάκρυ,

ἐνῶ τὸ ἀπέραντο κατάκοπο μέτωπο

νιώθει ἕνα φιλὶ χωρὶς καθόλου φῶς, ἕνα φιλὶ μακρύ,

κάτι λέξεις βουβὲς ποὺ τὶς λέει ὁ κόσμος ὅταν ἐκμετρᾶ τὸ ζῆν.

 

Ναί, ποιητή: ὁ ἔρωτας καὶ ὁ πόνος εἶναι τὸ βασίλειό σου.

Σάρκα θνητὴ ἡ δική σου, πού, μαγεμένη ἀπὸ τὸ πνεῦμα,

καίει ὅλη νύχτα ἢ ἀνυψώνεται μὲς στὸ ρωμαλέο μεσημέρι,

τεράσια γλώσσα προφητικὴ ποὺ γλείφοντας τοὺς οὐρανοὺς

φωτίζει λέξεις ποὺ θανατώνουν τοὺς ἀνθρώπους.

 

Ἡ νιότη τῆς καρδιᾶς σου δὲν εἶναι ἀκρογιαλιὰ

νὰ τὴν πολιορκεῖ ἡ θάλασσα μὲ τοὺς χιλιοτσακισμένους ἀφρούς της,

οὔτε δόντια ἐρωτικὰ ποὺ δαγκώνοντας τῆς γῆς τὶς ἄκρες

στὰ πλάσματα γλυκομουγκρίζουν.

 

Δὲν εἶν᾽ ἐκεῖνος ὁ κεραυνὸς ὁ ξάγρυπνος ποὺ ἐντελῶς αἰφνίδια σὲ ἀπειλεῖ,

γιὰ μιὰ στιγμὴ φωτίζοντας τὸ γυμνό σου μέτωπο,

γιὰ νὰ βουλιάξει μὲς στὰ μάτια σου καὶ νὰ τὰ πυρπολήσει, κατακαίγοντας

τοὺς χώρους ὅλους τοῦ διαστήματος μὲ τὴ ζωή σου ποὺ ἀπὸ ἔρωτα ρημάζει, λειώνει.

 

Ὄχι. Τὸ φῶς ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶν᾽ στὸν κόσμο

ἡ τέφρα ἡ ἐσχάτη,

φῶς ποὺ οὐδέποτε χαμηλώνει σὰν σκόνη στὰ χείλη ἐπάνω,

εἶσαι ἐσύ, ποιητή, ποὺ ἐγὼ τὸ χέρι σου εἶδα καὶ ὄχι τὸ φεγγάρι

κάποια νύχτα ψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς νὰ λάμπει.

 

Ἕνα στῆθος δυνατὸ που ξεκουράζεται καὶ τὸ ποτίζει ἡ θάλασσα

ἀνασαίνει σὰν ἄλλη ἀχανὴς οὐράνια παλίρροια,

καὶ ἀνοίγει τοὺς μεταστάντες του βραχίονες καὶ άκουμπάει, θωπεύει

τῆς γῆς τὶς ἐσχατιές, τὰ ὅρια τὰ ἀκρότατα.

 

Ὁπότε, λοιπόν;

Ναί, ποιητή! Πέτα τοῦτο τὸ βιβλίο ποὺ ἐπιζητεῖ νὰ φυλακίσει στὶς σελίδες του μιὰ λαμπυρίδα ἡλιακή,

καὶ κοίτα ἴσια καὶ κατάματα τὸ φῶς, στηρίζοντας στὸν βράχο τὸ κεφάλι σου,

ὅσο τ᾽ ἀπόμακρά σου πόδια θὰ αἰσθάνονται τῆς δύσης τὸν ἀκροτελεύτιο ἀσπασμὸ

καὶ τὰ ὑψωμένα χέρια σου θ᾽ ἀγγίζουν γλυκὰ-γλυκὰ τὸ φεγγάρι,

καὶ ἡ ἀμολυτή σου κόμη τὰ χνάρια της θ᾽ ἀφήνει στ᾽ ἄστρα ἐπάνω.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου