Δευτέρα 17 Απριλίου 2023

ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

 


VICENTE ALEIXANDRE

 

ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

 

Ακριβώς τη στιγμή αυτή τώρα μπήκαν ένα-ένα του καλοκαιριού τα φώτα, και κανείς δεν υποψιάστηκε το χρώμα των χεριών του: όταν οι γαλήνιες ψυχές λησμονούσαν την αμίλητη μουσική, όταν η αυστηρότητα των πραγμάτων συνίστατο σ’ ένα ψυχρό χρώμα κάποιας άλλης μέρας. Δεν αναγνωρίζονταν μεταξύ τους τα ισαπέχοντα μάτια, ούτε τα στήθη εφούσκωναν από αγωνία και ζήλο να μάθουν. Όλα ήσαν εκεί, στο βάθος του αέρα με την ίδια ηρεμία, με την οποία ξαπλώνουν στο χώμα οι ντυμένες κοπέλες μιμούμενες με χάρη περισσή το ρυάκι. Κανένας όμως δεν βρέχει το δέρμα του, γιατί όλοι ξέρουν πως ο ήλιος παίζει νότες υψηλές, τόσο υψηλές δε που γίνονται μαβιές οι καρδιές και τα χείλη χρυσά και των φουστανιών οι ούγιες ανθίζουν όλες πετώντας βιολετιά ανθάκια. Στων χεριών τ’ αγγίγματα μονομαχούν κάτι μωρά μικρά σαν μπουμπούκια. Και υπάρχουν κάποιοι που χύνουν δάκρυα βαμμένα στης οργής το χρώμα. Τούτο όμως μόνον εκ παραδρομής, γιατί ό,τι κι ό,τι πρέπει να κλάψει κανείς είναι όλες αυτές οι νυσταλέες θωπείες που καρτερούν απλώς στο χείλος των δακρυϊκών αδένων πότε θα πέσει το απόγευμα για να κυλήσουν ίσαμε τη λίμνη, ίσαμε τον ουρανό από άλλο μολύβι που δεν καταλαβαίνει τις άκρες των χεριών όσο λεπτό κι αν γίνεται το δέρμα στην αφή, ίσαμε τον έρωτα που υπόκειται στην εισβολή της νύχτας.

 

Αλλά όλοι εσώπαιναν. Καθισμένοι όπως πάντα στα όρια των καρεκλών, νοτισμένοι οι τοίχοι κι έτοιμοι να στεγνώσουν αμέσως μόλις ακουστεί η φωνή του παλιότερου παπουτσιού, τα κεφάλια όλων αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στα κύματα της ζάχαρης, του ανέμου και όσων αόρατων πουλιών ξεπετάγονταν μέσ’ απ’ τα παρθενικά αφτιά· μέσ’ απ’ όλα εκείνα τα πλάσματα τα σαν ξύλινους στύλους. Πήγαινε να υπάρξει μια πυκνή συσσώρευση από δονούμενα τίποτα, κι ο ρυθμός του αίματος χτυπούσε στο παράθυρο γυρεύοντας στο γαλάζιο του ουρανού ένα ξέσπασμα ελπίδας. Οι δαντελένιες γυναίκες κείτονταν στα καθίσματά τους, έχοντας αποχαιρετήσει την πρώτη-πρώτη τους μορφή. Και αγνοούσαν τα πάντα, ακόμα και τον αριθμό των θωράκων που έλειπαν. Οι άνδρες όμως δεν τραγούδαγαν. Ανώφελο να λάμψουν τα νικέλινα κεφάλια, τέσσερα μέτρα πάνω απ’ το χώμα, δίχως φτερά, ενθαρρύνοντας με τα όξινα βλέμματά τους την πεθαμένη ζέστη των αδιάφορων γλωσσών. Ανώφελο επίσης και τα σκόρπια ανδρείκελα να προσφέρουν αυτά τα ίδια τη γύμνια τους στον γύρω αέρα, τον τόσο λαίμαργο για τις αποκρίσεις τους. Οι άνθρωποι αγνοούσαν πότε θα τελείωνε ο κόσμος. Ούτε καν του δωματίου τους τον χώρο δεν εγνώριζαν, ούτε καν τα δάχτυλά τους δεν μπορούσαν να κάνουν του σταυρού το σημείο. Ένας-ένας οι τοίχοι βυθίζονταν. Μάντευες τον ερχομό της στιγμής, όπου τα μάτια, βγαλμένα απ’ την τροχιά τους θα κατέληγαν ν’ αστράφτουν σαν σημάδια αφόρητου άλγους διακινδυνεύοντας να διασχίσουν λαιμούς και λαιμούς. Μπορούσες να υποθέσεις τη βεβαιότητα ότι τα βουνά θα κατέληγαν μοιραία να ενωθούν, και ότι δεν θα μπορούσαν να τα εμποδίσουν ούτε όλων των παιδιών της γης τα χέρια. Όπως θα μπορούσες να υποθέσεις και τη μέρα οπού θα συντριβόταν η ύπαρξη σαν κλούβιο αβγό που μόλις βγάλαμε απ’ το στόμα μας εκπλήσσοντας όλα τα πουλιά τα διαβατάρικα.

 

Ούτε μία κραυγή. Ούτε μια σταχτοβροχή. Ούτε καν ένα δάχτυλο Θεού για να ξέρεις πως κάνει κρύο. Το τίποτα είναι παιδικό παραμύθι που γίνεται κάτασπρο, όταν του κόβεται η ανάσα. Όταν έχει φτάσει η στιγμή να καταλάβεις ότι το αίμα δεν υπάρχει, ότι, αν ανοίξω μια φλέβα μου, μπορώ να γράψω με την άνεργη κιμωλίας της: «Μην περιμένετε στις άδειες τσέπες ν’ ανταμώσετε σιωπή».

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου