Κυριακή 23 Απριλίου 2023

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ

 


PABLO NERUDA

 

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ

 

Γράμματα μεγάλα αὐστηρά,

κάθετα,

καμωμένα

μὲ γραμμὴ

καθαρή,

ὑψωμένα

σὰν κατάρτια

καραβιῶν

στὴ μέση

τῆς σελίδας

ποὺ εἶναι γεμάτη

σύγχυση καὶ ταραχή.

ἀλγεβρικὰ

Μποντόνι,

γράμματα

ἀκριβῆ καὶ ἀκέραια,

λεπτοφυῆ

σὰν λαγωνικὰ

ὑποταγμένα

στὸ λευκὸ

ὀρθογώνιο

τῆς γεωμετρίας,

Ἐλζεβὶρ

γεμάτα φωνὴ

κομμένα

πάνω στὸ ψιλὸ ἀτσάλι

τοῦ ἐργαστηρίου δίπλα στὰ νερά,

στὴ Φλάνδρα, στὸν Βορρᾶ

μὲ τὰ κανάλια του,

ψηφία

τῆς ἄγκυρας,

χαρακτῆρες τοῦ Ἄλδου,

στέρεοι σὰν

τὸ ναυτικὸ

ἀνάστημα

τῆς Βενετίας,

στοὺς κόλπους τῶν νερῶν τῆς ὁποίας,

σὰν γερτὴ

βαρκούλα μὲ πανί,

πλέουν τοῦ ἀλφάβητου

τὰ πλαγιασμένα γράμματα:

ἡ διάθεση

ὅσων ἀνακάλυψαν

τοὺς ὠκεανοὺς

ἔκανε σκυφτὴ

τὴν κατατομὴ τῆς γραφῆς

γιὰ πάντα.

 

Ἀπὸ

τοῦ Μεσαίωνα τὰ χέρια

προχώρησε κι ἔφτασε

ἴσαμε τὰ μάτια σου

αὐτὸ

τὸ Ν,

αὐτὸ τὸ 8

μὲ τὸ διπλό του Ο,

αὐτὸ

τὸ Χ,

αὐτὸ

τὸ Ρ

τοῦ ρήγα καὶ τῆς ροῆς.

Ἐκεῖ

δουλεύτηκαν

σὰν νά ᾽ταν

δόντια, νύχια,

μεταλλικὰ σφυριὰ

τῆς γλώσσας.

Χτύπησαν ὅλα τὰ γράμματα, ἕνα-ἕνα,

τὰ σήκωσαν ὄρθια,

μικρούλι μαῦρο ἀγαλματίδιο τὸ καθένα τους

μὲς στὴν ἀσπράδα,

πέταλο

ἢ πόδι ἔναστρο

τῆς σκέψης ποὺ ἔπαιρνε σχῆμα καὶ μορφὴ

ποταμοῦ ἀστείρευτου

καὶ ποὺ σάλπαρε γιὰ τῶν λαῶν τὶς θάλασσες

μὲ ὅλο

τὸ ἀλφάβητο

νὰ φωταγωγεῖ

τὶς ἐκβολές του.

Ἡ καρδιά, τὰ μάτια

τῶν ἀνθρώπων

γεμίσανε γράμματα,

μηνύματα,

λόγια, λέξεις,

καὶ ὁ ἄνεμος, εἴτε διαβατικὸς

εἴτε μόνιμος

ἐπῆρε καὶ σήκωσε βιβλία,

καὶ τρελὰ

καὶ ἱερά.

Κάτω

ἀπὸ τὶς νέες γραπτὲς πυραμίδες

τὸ γράμμα

παρέμενε ζωντανὸ,

τὸ ἀλφάβητο φλέγον,

τὰ φωνήεντα,

τὰ σύμφωνα σὰν

γερμένα λουλούδια.

Τὰ μάτια

τοῦ χαρτιοῦ, ποὺ τά ᾽δαν οἱ ἄνθρωποι

γυρεύοντας τὰ δῶρα τους,

τὴν ἱστορία τους, τοὺς ἔρωτές τους,

ἁπλώνοντας

τὸν συσσωρευμένο θησαυρό,

μοιράζοντας μεμιᾶς

τὴ βραδύτητα τῆς σοφίας

στὸ τραπέζι

σὰν τραπουλόχαρτα,

ὅλο

τὸ μυστικὸ μαυρόχωμα

τῶν αἰώνων,

τὸ τραγούδι, ἡ μνήμη,

ἡ ἀνταρσία,

ἡ τυφλὴ παραβολή,

ἔγιναν

ξαφνικὰ

γονιμότητα,

σιτοβολώνας,

γράμματα,

γράμματα

ποὺ πρόβαιναν

καὶ πυρπολοῦσαν,

γράμματα

ποὺ ἀρμάτωναν καράβια

καὶ νικοῦσαν,

γράμματα

ποὺ ξυπνοῦσαν

καὶ ἀνέβαιναν ψηλά,

γράμματα

ποὺ ἐλευθέρωναν,

γράμματα

ἐν εἴδει περιστερᾶς

ποὺ πετοῦσαν,

γράμματα

κόκκινα πάνω στὸ χιόνι,

σημεῖα στίξεως,

δρόμοι,

κτίρια

γραμμάτων

μὲ Βιγιὸν καὶ Βερθέο,

μὲ τοὺς τροβαδούρους

τῆς μνήμης,

κι ἡ μνήμη

νά ᾽ναι ἴσα-ἴσα

γραμμένη πάνω στὸ δέρμα

ὅπως καὶ πάνω στὸ ταμποῦρλο

τῆς μάχης,

καὶ μπάρκαραν

στῶν βιβλίων

τὴν τεράστια καραβέλα,

στὴν τυπογραφία

ποὺ ἀρμένιζε.

 

Τὸ γράμμα

ὅμως

δὲν ἦταν μόνο κάλλος,

ἦταν καὶ ζωή,

ὑπῆρξε εἰρήνη γιὰ τὸν στρατιώτη,

κατέβηκε στὴ μοναξιὰ

τοῦ ὀρυχείου, καὶ ὁ μεταλλοωρύχος

διάβασε

τὸ φέιγ βολὰν

τὸ μυστικὸ καὶ σκληρό,

τὸ ἔκρυψε στὶς πιέτες

τῆς κρυφῆς του

καρδιᾶς,

καὶ ὅταν βγῆκε ἔξω

καὶ πάτησε τὸ χῶμα,

ἦταν ἤδη ἄλλος

καὶ ἄλλες

ἦταν οἱ κουβέντες του.

Τὸ γράμμα

ἦταν ἡ μάνα

τῶν νέων σημαιῶν,

τὰ γράμματα

γέννησαν

τὰ γήινα ἄστρα

καὶ τὸ ἆσμα, τὸ ἆσμα τὸ διάπυρο

ποὺ ἑνώνει

τοὺς λαοὺς

ἀπὸ

ἕνα

γράμμα

ποὺ ἑνώθηκε

μ᾽ ἕνα ἄλλο

καὶ μ᾽ ἕνα ἄλλο ἀκόμα,

ἀπὸ λαὸ σὲ λαὸ ὑψώθηκε

ἡ ἠχηρή τους αὐθεντία

ποὺ μεγάλωσε στὸ λαιμὸ τῶν ἀνθρώπων

κι ἐπέβαλε τοῦ ἄσματος τὴ διαύγεια.

 

Πλὴν ὅμως

ἄσε με,

τυπογραφία,

νὰ σὲ γιορτάσω

στὴν

καθαρότητα

τῶν ἀμιγῶν σου

χαρακτήρων,

στὴν κύστη

τοῦ γράμματος Ο,

στὸ δροσερὸ

ἀνθοδοχεῖο

του Υ

ποὺ μᾶς τὸ δώσανε οἱ Ἕλληνες,

στὸ Q

τοῦ Κεβέδο

(πῶς νὰ μπορέσει

ἡ ποίησή μου

νὰ ἀντιπαρέλθει τοῦτο τὸ γράμμα

χωρὶς νὰ νιώσει τὸ ἀρχαῖο ρίγος

τοῦ σοφοῦ ποὺ πνέει τὰ λοίσθια;)

στὸ κρινάκι

τοῦ πολλὲς φορὲς

πολλαπλασιασμένου

V

τῆς νίκης,

στὸ

Ε

ποὺ εἶναι σκαλωσιὰ

γιὰ ν᾽ ἀνεβαίνουμε στὸν οὐρανό,

στὸ

Ζ

ποὺ ἔχει ὄψη κεραυνοῦ,

στὸ Π τὸ ἑλληνικὸ

καὶ στὸ Ρ τὸ λατινικὸ

ποὺ εἶναι δυὸ φουντωτὲς πορτοκαλιές.

 

Ἀγάπη μου,

ἀγαπῶ

τῆς κόμης σου

τὰ γράμματα,

τὸ U

τοῦ βλέμματός σου,

τὰ

S

τῆς κορμοστασιᾶς σου,

στὰ φύλλα ἐπάνω

τῆς νεαρῆς ἄνοιξης

ἀστραφτοκοπάει τὸ διαμαντένιο

ἀλφάβητο,

τὰ σμαράγδια

γράφουν τὰ ὁλόδροσα ἀρχικὰ

τοῦ ὀνόματός σου.

Ἀγάπη μου,

ἡ βαθιά σου

κόμη

σὰν δάσος

ἢ σὰν λεξικὸ

μὲ σκεπάζει

μὲ τὸ κόκκινο

τῆς γλωσσικῆς της

ὁλότητας.

Ὅλα, ὁτιδήποτε

στὶς αὐλακιὲς

ποὺ κάνουν τὰ σκουλήκια

διαβάζεται,

στὸ ρόδο διαβάζεται,

οἱ ρίζες

εἶναι γεμάτες γράμματα

ζαρωμένα

ἀπὸ τὴν ὑγρασία τοῦ δάσους,

κι ἐγὼ

τὴ νύχτα στὸν οὐρανὸ

πάνω ἀπὸ τὴν Ἴσλα Νέγρα

διαβάζω, διαβάζω

στὸ

ψυχρὸ στερέωμα

τῆς ἀκτῆς,

στερέωμα ἔντονο,

ὁλοδιάφανο μὲς στὴν ὀμορφιά του,

ξετυλιγμένο,

μὲ ἄστρα κεφαλαῖα

καὶ μὲ ἄστρα πεζὰ

καὶ μὲ παγωμένων διαμαντιῶν

θαυμαστικά,

διαβάζω, διαβάζω

μὲς στὴ χιλιάνικη νύχτα

μὲ τὶς ὄστριες της, χαμένος

στὶς γαλάζιες ἐρημιὲς

τ᾽ οὐρανοῦ,

καὶ διαβάζω

σὰν νὰ διαβάζω βιβλίο

ὅλες τὶς περιπέτειες,

καὶ ξαπλωμένος

στὸ χορτάρι

διαβάζω,

διαβάζω

τὴν πράσινη, τὴν ὅλο ἀμμουδιὲς

τυπογραφία

τῆς κακοτράχαλης γῆς,

διαβάζω

τὰ πλοῖα, τὰ πρόσωπα

καὶ τὰ χέρια,

διαβάζω

στὴν καρδιά σου

ὅπου καὶ ζοῦν

ἀγκαλιασμένα

τὰ ἐπαρχιώτικα ἀρχικὰ

τοῦ ὀνόματός σου

καὶ

ὁ σκόπελος

τῶν ἐπωνύμων μου.

Διαβάζω

τὸ μέτωπό σου,

διαβάζω

τὰ μαλλιά σου,

ἐνῶ στὸ γιασεμὶ

τὰ κρυμμένα γράμματα

σηκώνουν

τὴν ἀκατάπαυστη

ἄνοιξη

μέχρι νὰ μπορέσω ν᾽ ἀποκρυπτογραφήσω

τὴ θαμμένη στίξη

τῆς πεταλούδας

καὶ τοῦ καλοκαιριοῦ

τὸ ἄλικο

γράμμα:

αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι καὶ τοῦ ἄσματός μου τὰ ἄνθη.

 

Ὅμως

ὅταν

ξεδιπλώνει

ἡ γραφὴ

τοὺς ροδῶνες της,

τὸ γράμμα

τὴν οὐδιώδη του

κηπουρική,

ὅταν διαβάζεις

τὶς παλιὲς καὶ τὶς καινούργιες

λέξεις, τὶς ἀλήθειες

καὶ τὶς ἐξερευνήσεις,

σοῦ ζητῶ

μιὰ σκέψη

γι᾽ αὐτὸν ποὺ τὶς τακτοποιεῖ

καὶ τὶς ἐξυψώνει,

καὶ γι᾽ αὐτὸν

καὶ γιὰ τὸν τύπο,

γιὰ τὸν λινοτύπη

μὲ τὴ λάμπα του

ποὺ εἶναι σὰν τιμονιέρης

πάνω

ἀπὸ τὰ κύμματα τῆς γλώσσας

καὶ ποὺ τακτοποιεῖ

τοὺς ἄνεμους καὶ τὸν ἀφρό,

τὸ σκοτάδι καὶ τ᾽ ἀστέρια

μὲς στὸ βιβλίο:

ὁ ἄνθρωπος

καὶ τὸ ἀτσάλι

ἑνωμένοι καὶ πάλι

κόντρα στὴ νυχτερινὴ φτερούγα

τοῦ μυστηρίου,

ἰδού, σαλπάρουν,

σκίζουν θάλασσες,

συνθέτουν.

 

Τυπογραφία,

ἐγὼ εἶμαι

ποιητής, τίποτ᾽ ἄλλο,

καὶ ἐσὺ εἶσαι

τὸ ἀνθοστόλιστο

παιχνίδι τῆς λογικῆς,

ἡ κίνηση

τῶν πιονιῶν

τῆς νόησης.

Δὲν ξεκουράζεσαι

οὔτε τὴ νύχτα

οὔτε τὸν χειμώνα,

κυκλοφορεῖς

στὶς φλέβες

τῆς ἀνατομίας μας

καὶ ὅταν κοιμᾶσαι

πετώντας

κάποια νύχτα ἢ σὲ κάποια ἀπεργία

εἴτε ἔχοντας κουραστεῖ εἴτε ἔχοντας σταματήσει

τὴ λινοτυπία,

σκύβεις ξανὰ ἐπάνω στὸ βιβλίο

ἢ στὴν ἐφημερίδα

σὰν σύννεφο

ὅλο πουλιά, ποὺ πᾶνε στὴ φωλιά τους.

Ξαναγυρνᾶς

στὸ σύστημα,

στῆς εὐφυΐας

τὴν τελεσίδικη

τάξη.

 

Γράμματα ἐσεῖς,

συνεχίστε νὰ πέφτετε

σὰν πολύτιμη βροχὴ

στὸ δρόμο μου.

Γράμματα ὅλων ὅσοι ζοῦν

καὶ πεθαίνουν,

γράμματα ἀπὸ φῶς, ἀπὸ φεγγάρι,

ἀπὸ σιωπή,

ἀπὸ νερό,

σᾶς ἀγαπάω ἐγὼ

καὶ μέσα σας μαζεύω

ὄχι μόνο τὸν στοχασμὸ

καὶ τὸν ἀγώνα,

ἀλλὰ καὶ τὰ ἐνδύματά σας,

τὰ αἰσθήματά σας

καὶ τοὺς ἤχους σας:

τὸ Α

τοῦ ἔνδοξου ἀλευριοῦ,

τὸ Τ

τοῦ τυριοῦ καὶ τοῦ τρύγου

καὶ

τὸ Μ

ὅπως τ᾽ ὄνομά σου

ποὺ εἶναι γεμάτο μῆλα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου