Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Η ΠΟΙΗΣΗ




PABLO NERUDA


Η ΠΟΙΗΣΗ

Κάποτε με πλησίασε
η ποίηση. Δεν ξέρω, δεν ξέρω,
αγνοώ από πού ’ρθε,
απ’ τον χειμώνα αν κατέβηκε
ή τάχα απ’ τα ποτάμια.
Δεν ξέρω από πού αλλά ούτε και πότε,
όχι, δεν ακούστηκαν φωνές, ούτε
λόγος υπήρξε ούτε σιωπή·
κι όμως μ’ έκραξε κάτω απ’ το δρόμο,
απ’ το σύγκλαδο πάνω της νύχτας –
μ’ έκραξε εμένα, ξαφνικά
και όλως εξ απροόπτου,
ανάμεσα σ’ άλλους πολλούς,
ανάμεσα από φλόγες σφοδρότατες·
μα μ’ έκραξε και μόνον μου
κατά την επιστροφή μου,
εκεί όπου ήταν να πάω·
την είδα που δεν είχε όψη·
πήγα κοντά και μ’ ακούμπησε.

Δεν ήξερα τί λένε
σ’ αυτές τις περιστάσεις,
το στόμα μου
ούτε γρυ δεν έβγαλε,
τα μάτια μου μέναν τυφλά,
και κάτι χτύπαγε σφοδρά μέσα στο στήθος μου,
πυρετός ή πλανημένη αιώρηση·
κι έτσι συνήθισα νά ’μαι μόνος
αφ’ ότου ανέλυσα
εκείνο το έγκαυμα,
κι έπιασα κι έγραψα
τους πρώτους μπερδεμένους μου στίχους,
άτσαλους, άμορφους, ένα τέλειο
τίποτα,
η πεντακάθαρη σοφία
ενός που δεν καταλαβαίνει τίποτα·
πλην ξάφνου είδα
ν’ ανοίγουν
και ν’ αποκαλύπτονται
οι ουρανοί,
οι πλανήτες,
γλώσσες φυτών να κυματίζουν,
το σκότος διάτρητο,
το σουρωτήρι,
κι από μέσα του να στραγγίζουνε
βέλη, φωτιές, λουλούδια,
η νύχτα που όλα τα κατέχει και τα κατελεί,
το σύμπαν εν όλω, ακέραιο.

Κι εγώ, ένα όν
ανθρώπινο μικρό,
μεθυσμένο ανθρωπάκι στο κενό
με το μέγα έναστρο διάστημα,
είδωλο ο ίδιος του κενού,
ομοίωμα του μυστικού του κώδικα,
ένιωσα πολλοστημόριο νά ’μαι
της αβύσσου,
και κουτρουβαλώντας με όλα τ' αστέρια αντάμα
βρήκα την καρδιά μου εν τω άμα
νά ’ναι κυριολεκτικώς στο έλεος του ανέμου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου